Το δώρο της παπλωματούς.

23119Ένα υπέροχο παραμύθι που μιλά για τη χαρά της προσφοράς. Ένα παραμύθι για μικρούς και μεγάλους, που αν και γράφτηκε χρόνια πριν, είναι και θα παραμείνει πάντα σύγχρονο.
Μια γενναιόδωρη παπλωματού με μαγικά λες δάχτυλα, φτιάχνει τα πιο όμορφα παπλώματα του κόσμου και τα χαρίζει στους φτωχούς. Ένας άπληστος βασιλιάς, που μέσα στο παλάτι του έχει μαζεμένους όλους τους θησαυρούς του κόσμου, ψάχνει να βρει εκείνο που θα του χαρίσει έστω ένα χαμόγελο.
Θα φτιάξει η παπλωματού ένα πάπλωμα για τον βασιλιά;
Κι ο βασιλιάς θα μάθει τι σημαίνει να προσφέρεις;
Μπορεί η παπλωματού να διδάξει στον βασιλιά την τέχνη της ευτυχίας;
Κι αυτός τελικά τι θα τους κάνει όλους αυτούς τους θησαυρούς που έχει μαζεμένους;

Η συγκεκριμένη ιστορία μιλάει για μία παπλωματού, που κανείς δε γνώριζε από πού και πότε εμφανίστηκε στην πολιτεία, και "ζούσε κάπου ψηλά στα βουνά τα σκεπασμένα με γαλάζια ομίχλη, ράβοντας όλη μέρα τα πιο όμορφα παπλώματα που είχανε ποτέ υπάρξει. Από τις πιο μεγάλες πολιτείες, έως τα πιο μικρά χωριά είχε φτάσει η φήμη ότι τα παπλώματα εκείνης της γυναίκας είχαν πάνω τους τα πιο όμορφα χρώματα που μπορούσε το ανθρώπινο μάτι να θαυμάσει.

Πλήθος πλουσίων ανέβαιναν στο σπίτι της προσφέροντάς της τεράστια χρηματικά ποσά, για να τους φτιάξει ένα από τα μαγικά της παπλώματα. Η ίδια ευγενικά απαντούσε ότι δεν τα είχε για πούλημα. Και αργά το βράδυ τριγυρνούσε στα σκοτεινά στενά και τα χάριζε σε άστεγους και σε όποιον έκρινε ότι τα είχε ανάγκη.

Τα γαλάζια λες και ερχόντουσαν κατευθείαν από τα βάθη των ωκεανών, τα λευκά από τα απάτητα χιόνια του παγωμένου βορρά, τα πράσινα και τα πορφυρά από τα πιο σπάνια αγριολούλουδα, τα κόκκινα, τα πορτοκαλιά και τα ροζ από τα πιο εξαίσια ηλιοβασιλέματα." Όμως δε τα πουλούσε, τα χάριζε σε όποιον τα είχε ανάγκη. Κατέβαινε τις νύχτες στην κοντινή πολιτεία και σκέπαζε με τα ζεστά της παπλώματα τα ξυλιασμένα κορμιά όσων πλαγιάζαν στα σκαλοπάτια των σπιτιών.

Στην ίδια πολιτεία ζούσε και ένας βασιλιάς, που το μόνο που γέμιζε την άδεια του ζωή ήταν ένα: τα δώρα. Κανένα δώρο όμως δεν τον ικανοποιούσε, κανένα δεν του έφτανε, όλο ήθελε κι άλλα. Έτσι σοφίστηκε έναν νέο νόμο και γιόρταζε τα γενέθλιά του δυο φορές το χρόνο. Κανένας από την πολιτεία του δεν εννοείτο να μην του προσφέρει κάτι, ό, τι κι αν ήταν αυτό. Γι΄ αυτό μόλις πληροφορήθηκε πως υπήρχε μία παπλωματού με τόσο μεγάλη μάλιστα φήμη και δεν του είχε δώρισε ένα από τα παπλώματά της, το απαίτησε μόνος του. Η παπλωματού, πάντα ευγενικά και καλοσυνάτα, αρνήθηκε γιατί τα παπλώματά της ήταν μόνο γι' αυτούς που τα είχαν ανάγκη.

"Χάρισε πρώτα όσα έχεις μαζέψει μέχρι τώρα και εγώ θα φτιάξω ένα πάπλωμα για χάρη σου". Ο βασιλιάς θύμωσε και διέταξε τους στρατιώτες του να συλλάβουν τη γυναίκα, να την οδηγήσουν σε ένα άλλο βουνό και να την δέσουν πάνω σε ένα βράχο όπου εκεί δίπλα κοιμόταν μία αρκούδα. 'Όταν ξύπνησε η αρκούδα αντί να τη σκοτώσει έσπασε τις αλυσίδες και την κάλεσε στη σπηλιά της να περάσουν τη νύχτα μαζί γιατί η γυναίκα της έφτιαξε ένα μαξιλάρι με το σάλι της και πευκοβελόνες για να μην κοιμάται κατάχαμα.

Ο βασιλιάς που η καρδιά του δεν ήταν και τόσο σκληρή σκεπτόταν την καημένη γυναίκα και δεν μπορούσε να κλείσει μάτι έτσι ξύπνησε τους στρατιώτες του και ξεκίνησαν για το βουνό. Όταν είδε την Παπλωματού να παίρνει το πρωινό της μαζί με την αρκούδα ξέχασε τη συμπόνια του και διέταξε να την αφήσουν σε ένα νησί τόσο δα μικρό ώστε με δυσκολία θα μπορούσε να σταθεί στο ένα της πόδι, στη μέση μιας λίμνης. Ένα σπουργίτι όμως που προσπαθούσε να περάσει απέναντι ξεκουράστηκε στον ώμο της και του έφτιαξε ένα ζεστό παλτουδάκι από το βυσσινί γιλέκο της για να μην τρέμει από το κρύο.

"Σε λίγη ώρα ο ουρανός γέμισε από ένα σμήνος σπουργίτια. Χιλιάδες ράμφη σήκωσαν την παπλωματού και την μετέφεραν στην όχθη της λίμνης" Και πάλι ο βασιλιάς μετάνιωσε και πήγε να την σώσει. Όταν έφτασε εκεί με τους στρατιώτες του την είδε να κάθεται σ' ένα κλαδί κάποιου δέντρου και να φτιάχνει μικροσκοπικά παλτουδάκια για τα σπουργίτια. "Λοιπόν τα παρατάω" φώναξε."Πες μου τι θες να κάνω για να μου δώσεις το πάπλωμα". "Θα πρέπει όπως σου έχω πει να χαρίσεις όλα όσα έχεις μαζέψει και με κάθε δώρο που αποχωρίζεσαι, εγώ θα μεγαλώνω κατά ένα περισσότερο κομμάτι το πάπλωμά σου". "Μα πως μπορώ να κάνω κάτι τέτοιο λατρεύω το κάθε τι που έχω μαζέψει!". "Ναι αλλά αν κανένα από αυτά δε σε κάνει ευτυχισμένο, τότε τι όφελος να τα έχεις;"

paplomatou 001Έτσι άρχισε να χαρίζει ξεκινώντας από τα αντικείμενα που θα του έλειπαν λιγότερο. Κάθε φορά όμως που χάριζε κάτι έδινε χαρά και με βιασύνη έμπαινε στο παλάτι για να διαλέξει κάτι ακόμα, όμως δεν είχε χαμογελάσει ακόμα. Όταν έβγαλε στο δρόμο τον εξαίσιο τροχό με τα αληθινά άλογα τα παιδιά άρχισαν να φωνάζουν ευχαριστημένα και όλοι να χορεύουν. Ένα παιδάκι τον έσυρε και εκείνον στο χορό και τότε ο βασιλιάς δεν χαμογέλασε απλώς, έσκασε στα γέλια. "Μα πως έγινε αυτό; Πως έγινε και νιώθω τόσο όμορφα την ώρα που μοιράζω τους θησαυρούς μου; Για φέρτε τα όλα έξω! Αμέσως!"

Έτσι μοίραζε ότι είχε μαζέψει και όταν δεν υπήρχε άνθρωπος που δεν είχε πάρει ένα βασιλικό δώρο στη χώρα του, ταξίδεψε σε όλο τον κόσμο μοιράζοντας τους θησαυρούς του και η παπλωματού δε σταματούσε να ράβει ώσπου ένα πρωί, κάποιο σπουργίτι κατακουρασμένο ήρθε και κούρνιασε στην άκρη της βελόνας και εκείνη κατάλαβε πως είχε έρθει η ώρα.

Βιάστηκε να βάλει την τελευταία βελονιά στο πάπλωμα κι ύστερα κατηφόρισε το βουνό για να συναντήσει το βασιλιά. Όταν τον συνάντησε είδε πως τα ρούχα του ήταν κουρελιασμένα μα μέσα στα μάτια του λαμπύριζε η χαρά. Έβγαλε το πάπλωμα από το σάκο της και το ξετύλιξε. Ήταν τόσο όμορφο που πεταλούδες και εξωτικά πουλιά φτερούγιζαν γύρω του.

"Τι είναι τούτο εδώ" φώναξε ο βασιλιάς. "Όπως σου είχα υποσχεθεί θα σου έδινα ένα πάπλωμα όταν πια εσύ θα ήσουν πάμπτωχος"του είπε. "Μα δεν είμαι φτωχός" της είπε. "Μπορεί έτσι να με δείχνουν τα ρούχα μου, άλλα η καρδιά μου είναι γεμάτη με πολύτιμες αναμνήσεις από τη χαρά που πρόσφερα στους άλλους. Ευτυχία έδινα και ευτυχία έχω πάρει. Νομίζω πως τώρα είμαι ο πιο πλούσιος άνθρωπος πάνω στη γη"
"Όπως και να 'ναι" είπε η παπλωματού "εγώ αυτό το πάπλωμα το έφτιαξα μόνο για σένα".


43831Jeff Brumbeau.

Ο Jeff Brumbeau, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Νέα Υόρκη και έζησε με την μητέρα του και την αδελφή του στο σπίτι της γιαγιάς του. Φτωχική οικογένεια που ανάγκαζε την μητέρα του να δουλεύει σκληρά για να συντηρήσει την οικογένειά της.

Το ίδιο έκανε και ο Jeff Brumbeau, από πολύ μικρή ηλικία και μέχρι να τελειώσει τις σπουδές του στην αγγλική φιλολογία.
Η αυτάρκεια και ο δυναμισμός της μητέρας του, οδήγησε και ενέπνευσε τον συγγραφέα, να γράψει βιβλία για μικρά παιδιά.  
Ο Τζεφ Μπριμπό ζει στο Σικάγο και στο Τάος μαζί με τη γυναίκα του τη Μάρσια και τις γάτες τους, τη Λου και τον Σαμ. Αυτό είναι το δεύτερο βιβλίο του.

Τίτλος: Το δώρο της παπλωματούς
Συγγραφέας: Τζεφ Μπριμπό
Εικονογράφηση: Γκέιλ ντε Μάρκεν
Μετάφραση: Κώστια Κοντολέων

Εκδότης: Άγκυρα

Πηγή: margo-k.blogspot.gr, musicheaven.gr

 

logo-3d-small