Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο

zeimoly1-thumb-large«Μνήμη και πολλή αγάπη χρειάστηκε για να γράψω την ιστορία της ζωής μου. Στο μυθιστόρημα μπορείς να λες ό,τι φαντάζεσαι, να κινείς τους ήρωές σου όπως θέλεις, να τους βάζεις να λένε ό,τι σκέφτεσαι εσύ. Όταν όμως τα πρόσωπα είναι αληθινά, δεν γίνεται ούτε τοσοδά να λαθέψεις, μια και κανείς τους δεν μπορεί πια να σε επιβεβαιώσει ή να σε διαψεύσει. Ευτυχώς που υπάρχει η αδελφή μου και η μνήμη της είναι αλάνθαστη και η ζωή της μπλέκεται με τη δική μου. Μόλις διάβασε αυτά που έγραψα μου είπε: «Έτσι ζήσαμε, έτσι ήταν αυτοί που γνωρίσαμε και αγαπήσαμε». «Τώρα» της λέω, «που ξαναθυμήθηκες την ιστορία μας θα ‘θελες να είχαμε ζήσει μια άλλη ζωή;» «Με τίποτα» μου αποκρίθηκε αυθόρμητα. «Με τίποτα» συμπλήρωσα κι εγώ.»

Η Άλκη Ζέη, αγαπημένη συγγραφέας μικρών και μεγάλων αφηγείται την ιστορία των νεανικών της χρόνων, τα οποία διαμόρφωσαν τη μετέπειτα πορεία της. Μια ολόκληρη εποχή ζωντανεύει μέσα από τη συναρπαστική της αφήγηση που διανθίζεται από πλούσιο φωτογραφικό υλικό.

Με τον ολοζώντανο τρόπο γραφής της, αποτυπώνει το κλίμα του Μεσοπολέμου και της Κατοχής και σταματά την αυτοβιογραφική της αφήγηση τον Νοέμβριο του 1945 τη μέρα του γάμου της με τον θεατρικό συγγραφέα και σκηνοθέτη Γιώργο Σεβαστίκογλου.
 

Απόσπασμα από το βιβλίο.

Και πάλι το 1943, μια σημαντική χρονιά, εγώ στο πανεπιστήμιο πια, κι ήρθε ένας άλλος ήλιος να φωτίσει τα άγουρα νιάτα μας και το σκοτάδι της Κατοχής. Τον Φεβρουάριο ιδρύθηκε η ΕΠΟΝ.

Εκείνο το πρωί του Φλεβάρη η μαμά έβαλε το παλτό της Παπαστεφάνου, πήρε μια μεγάλη αλλά κομψή τσάντα κι ετοιμάστηκε να βγει. Μπορεί οι αυγουλούδες να μην ερχόντανε πια στο σπίτι, αλλά η μαμά έπειτα από κάθε επίσκεψη της Διδώς, έβαζε την επομένη τα καλά της κι έβγαινε έξω. Αναρωτιόμουνα αν η Λενούλα είχε πει στον Γκάτσο γι’ αυτές τις «βόλτες».

Εγώ κάθε φορά αγωνιούσα να τη δω να μπαίνει σπίτι. Εκείνη όμως γύριζε τόσο ήρεμη λες και είχε πάει επίσκεψη σε καμιά φιληνάδα της. Κρεμούσε το παλτό της στην ντουλάπα μέσα σε μια υφασμάτινη θήκη, έβγαζε τις γόβες με τις αγκράφες κι έβαζε κάτι παπούτσια με χαμηλά τακούνια που φορούσε μόνο μέσα στο σπίτι –δεν της άρεσε να φοράει παντόφλες– κι έτρεχε στην κουζίνα να αποτελειώσει το φαγητό που το είχε αρχίσει πριν φύγει για να ’ναι έτοιμο όταν επέστρεφε ο μπαμπάς.

Η Λενούλα είχε κι αυτή βγει να πάει στον «Ίκαρο» και μετά στου Λουμίδη. Δεν θυμάμαι γιατί το πανεπιστήμιο ήτανε πάλι κλειστό. Κόντευε να τελειώσει ο Φλεβάρης και το δεύτερο εξάμηνο δεν έλεγε ν’ αρχίσει. Είχα γραφτεί κι εγώ στη Φιλοσοφική. Τότε αρκούσε να έχεις πάνω από οχτώ στα κύρια μαθήματα της σχολής που διάλεγες και έμπαινες στο πανεπιστήμιο.

Σαν βολίδα μπήκε στο σπίτι η Ζωρζ. Δεν την περίμενα. Εκείνη βέβαια μπορούσε να εμφανιστεί ξαφνικά και πάντα είχε κάτι συγκλονιστικό να ανακοινώσει. Ήτανε αναψοκοκκινισμένη. Μ’ άρπαξε από τη μέση και μ’ έφερε βόλτες.

– Έγινε, έγινε αυτό που περιμέναμε. Η ΕΠΟΝ.

Κι ύστερα, έτσι όπως έκανε πάντα όταν ενθουσιαζότανε –και πότε δεν ενθουσιαζότανε, είτε φλερτ ήτανε αυτό είτε παράσταση είτε… επανάσταση– τα έλεγε τόσο απανωτά και τόσο μπερδεμένα που δεν έβγαζες άκρη.

– Σιγά σιγά, της λέω, να καταλάβω.

0 002Πήγαμε και καθίσαμε στο κρεβάτι μου κι αφού είδα κι έπαθα να τη σταματήσω να χοροπηδάει, άρχισε να μου λέει πως έπρεπε εγώ κι η Λενούλα να λείψουμε ένα ολόκληρο βράδυ από το σπίτι.
Γινόντανε στην Κατοχή πάρτι ολονύχτια γιατί οι Γερμανοί επέτρεπαν την κυκλοφορία πότε ως τις εννιά και πότε ως τις δέκα το βράδυ. Έτσι μαζευόντανε παρέες σε κάποιο σπίτι που ήτανε διαθέσιμο και περνούσαν όλη τη νύχτα χορεύοντας, διαβάζοντας ποιήματα, φλερτάροντας. Τα ξέραμε μόνο από διηγήσεις γιατί για μας ήτανε ο απαγορευμένος παράδεισος.

– Τώρα, ξεκαθαρίζει η Ζωρζ, θα μαζευτούμε σ’ ένα σπίτι αλλά πια δεν θα είναι μόνο για διασκέδαση. Και θα χορέψουμε βέβαια και θ’ ακούσουμε ποιήματα, αλλά θα οργανωθούμε στην ΕΠΟΝ. Της είπαν να ειδοποιήσει και μένα και τη Λενούλα κι άλλες συμμαθήτριες που τις είχε εμπιστοσύνη –αυτό το τόνισε–, που τις είχε εμπιστοσύνη. Δεν τη ρώτησα βέβαια ποιος της μίλησε, όμως τη Ζωρζ την πίστευα.

– Φυσικά, μου λέει, ούτε Γκάτσος ούτε Γιώργος. Αυτοί είναι μεγάλοι. Κι εμείς θα είμαστε μόνο νεολαία.

Τα φλερτ της ήτανε πάντα συνομήλικοί της για να μην πω και πιο μικροί και της φαινότανε παράξενο που ο Γιώργος ήτανε… πολύ μεγάλος – με περνούσε δέκα χρόνια και τη Λενούλα ο Γκάτσος δεκαπέντε. Εμείς τους συνομηλίκους μας τους θεωρούσαμε παιδάκια.

Δεν ξέρω γιατί μου έχουν φύγει από τη μνήμη τα φλερτ της Ζωρζ στην Κατοχή. Ποιος ξέρει γιατί… Ενώ τα μετά, μέχρι και… τον Μαρσέλ, τα θυμάμαι με όλες τις λεπτομέρειες.

Λοιπόν, ούτε λίγο ούτε πολύ, έπρεπε να λείψουμε από το σπίτι ένα ολόκληρο βράδυ. Δέκα Αξελούς να είχα, δεν θα κατέβαζαν ιδέα. ποια δικαιολογία να βρούμε στον μπαμπά. Την ιδέα, και τι ιδέα, την κατέβασε η Λενούλα. Το ίδιο κιόλας βράδυ, την ώρα που τρώγαμε. Άρχισε μια ιστορία πως η κυρία Άννα, η φίλη της μαμάς, αυτή που της πήγαμε τη Λίντα, τρέφει κότες στο μπαλκόνι της. Αποφάσισε να σφάξει μια και, μεθαύριο το βράδυ, μας κάλεσε να φάμε με τα παιδιά της την κότα, και να μείνουμε εκεί. Έχει δυο ράντζα, θα τα βάλει στο δωμάτιο των παιδιών που θα χαρούνε πολύ να κοιμηθούμε μαζί τους. Το έλεγε έτσι, αδιάφορα, χωρίς να ζητάει άδεια και να περιμένει τον μπαμπά να απαντήσει. Εκείνος άκουσε για την κότα και ενδιαφέρθηκε.

– Και γιατί δεν σας καλεί μεσημέρι;
– Γιατί ο άντρας της γυρίζει αργά, τα παιδιά τρώνε μόνα τους νωρίς και θέλει για την κότα να καθίσουν όλοι μαζί στο τραπέζι.
– Τότε να πάτε, λέει ο μπαμπάς. Έχω ξεχάσει πόσο καιρό έχετε να φάτε κότα.
– Α, καλά, θα δούμε ως μεθαύριο, έκανε η Λενούλα δήθεν αδιάφορα, μπορεί και να αλλάξει γνώμη.
– Ελπίζω να μην αλλάξει, είπε η μαμά που μπήκε αμέσως στο νόημα. Θα συνεννοηθώ αύριο μαζί της.

Μεθαύριο! Είχαμε ραντεβού με τη Ζωρζ στη στάση του Μουσείου για να μας πάει στο σπίτι που μας περίμεναν. Καθένας έπρεπε να πάει και κάτι φαγώσιμο, ό,τι μπορούσε. Η μαμά μάς είχε φτιάξει κεφτέδες από φλούδι πατάτας. Μας άρεσαν τόσο που λέγαμε κι όταν τελειώσει η Κατοχή εμείς θα τρώμε κεφτέδες από φλούδια. Δεν ξαναφάγαμε ποτέ. Εκείνο το βράδυ όμως στο πάρτι δεν έμεινε ούτε ψίχουλο.

Το σπίτι ήτανε διώροφο νεοκλασικό. Μας έβαλαν σ’ ένα μεγάλο σαλόνι. Τα έπιπλα ήτανε τραβηγμένα στην άκρη και τα χαλιά μαζεμένα ρολό. Σ’ έναν μακρόστενο μπουφέ ακουμπούσε καθένας ό,τι έφερνε: μαύρη σταφίδα, φουντούκια, ένα είδος παστέλι και διάφορα μαυριδερά κομμάτια που δεν ήξερες αν είναι γλυκά ή αλμυρά. Θα ήταν καμιά δεκαπενταριά αγόρια και κορίτσια. Τα κορίτσια τα περισσότερα τα ξέραμε. Ήταν κι από τα δύο μας σχολεία. Όταν φτάσαμε, μερικά ζευγάρια χόρευαν. Ένα μεγάλο πιάνο ήτανε σε μια άκρη κι ένας αδύνατος νεαρούλης μ’ ένα μακρύ καρό κασκόλ έπαιζε πιάνο όλο το βράδυ. Απέξω, χωρίς παρτιτούρες.

8EE68048CC6EEE3D4F0A98213F28BECAΗ Άλκη Ζέη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1925, αλλά έζησε τα παιδικά της χρόνια στη Σάμο. Είναι η δευτερότοκη κόρη της Σαμιώτισας Έλλης Σωτηρίου - δίδυμης αδελφής του Πλάτωνα Σωτηρίου, μετέπειτα συζύγου της Διδώς Σωτηρίου - και του Ζήνωνα Ζέη, τραπεζικού υπαλλήλου από την Κρήτη. Η συγγραφέας πέρασε ανέμελα παιδικά χρόνια, μέσα στα χάδια και την οικογενειακή θαλπωρή. Μιλά με θαυμασμό για την πανέμορφη μητέρα της (από την οποία κληρονόμησε, όπως λέει, «μόνο τη φάλτσα φωνή και το κότσι στο πόδι») και πιο δύσκολα για τον αυστηρό πατέρα της, από τον οποίο παραδέχεται ότι: «ευτυχώς πήρα το χιούμορ του, όσο σπάνια κι αν το εκδήλωνε».
Ασχολήθηκε με το γράψιμο από μικρή. Σπούδασε φιλοσοφία του θεάτρου στην Φιλοσοφική του πανεπιστημίου των Αθηνών,της Δραματικής Σχολής του Εθνικού Ωδείου Αθηνών, καθώς και στο τμήμα σεναριογραφίας του Ινστιτούτου Κινηματογράφου της Μόσχας. Όταν ήταν μαθήτρια γυμνασίου, άρχισε να γράφει έργα για το κουκλοθέατρο. Ένας από τους χαρακτήρες που δημιούργησε, ο Κλούβιος, έγινε μετέπειτα ένας από τους κυριότερους ήρωες του κουκλοθέατρου Αθηνών "Μπάρμπα Μυτούσης".
Από το 1954 έως το 1964 έζησε ως πολιτική πρόσφυγας στην Σοβιετική Ένωση Μόσχα εξαιτίας της απριλιανής δικτατορίας και των αριστερών της πεποιθήσεων. Το 1964 επιστρέφει οικογενειακώς στην Ελλάδα για να ξαναφύγει το 1967 πάλι, με τον ερχομό της Χούντας - αυτή τη φορά για το Παρίσι και να επιστρέψει όταν πέσει οριστικά αυτή την φορά ή απριλιανή δικτατορία.
Αργότερα, συνέχισε το γράψιμο, δημοσιεύοντας σειρά παιδικών διηγημάτων της στο περιοδικό "Νεανική Φωνή", ένα περιοδικό για νέους που είχε ως συντακτική επιτροπή τον Μάριο Πλωρίτη, τον Τάσο Λιγνάδη, τον Κωστή Σκαλιώρα. Το πρώτο της μυθιστόρημα, τον τίγρη στη βιτρίνα του καταστήματος (γνωστός και ως αγριόγατα κάτω από γυαλί), (1963) εμπνεύστηκε από την παιδική ηλικία που δαπανάται στη Σάμο και είναι ημιαυτοβιογραφικό.
Στα ελληνικά γράμματα εμφανίστηκε το 1963 με το παιδικό μυθιστόρημα Το καπλάνι της βιτρίνας, το οποίο αποτελεί σταθμό στην παιδική μας λογοτεχνία γιατί μυεί για πρώτη φορά τον ανήλικο αναγνώστη στον πολιτικό προβληματισμό. Πρόκειται για ιστορικό μυθιστόρημα που αφορά στη δικτατορία του Ιωάννη Μεταξά.
Το 1971 γράφει τον Μεγάλο Περίπατο του Πέτρου, αυτή τη φορά για την Κατοχή και την απελευθέρωση. Το σημαντικό στα ιστορικά της μυθιστορήματα είναι ότι δεν αποτελούν μια απλή καταγραφή ιστορικών γεγονότων αλλά είναι ζυμωμένα με τα αυτοβιογραφικά βιώματα των ηρώων της.
Μαζί με τη Ζωρζ Σαρή, με την οποία γνωρίζονταν από τα σχολικά τους χρόνια, καθιέρωσε ένα νέο στυλ στο νεανικό μυθιστόρημα, τόσο από την άποψη του ζωντανού, αυτοβιογραφικού ύφους όσο και της εισαγωγής του πολιτικού, κοινωνικού και ιστορικού στοιχείου στο είδος. Το εφηβικό μυθιστόρημα Η Κωνσταντίνα και οι αράχνες της κέρδισε το βραβείο της IBBY, για το καλύτερο βιβλίο για μεγάλα παιδιά, και η Άλκη Ζέη έχει προταθεί ως υποψήφια για το βραβείο Χανς Κρίστιαν Άντερσεν και το βραβείο Άστριντ Λίντγκρεν λογοτεχνίας. Το Βραβείο Mildred L. Batchelder απονεμήθηκε για τη μετάφραση στα αγγλικά και δημοσίευσης στις Ηνωμένες Πολιτείες του έργου Αγριόγατα πίσω από το γυαλί (1970), Ο Πέτρος στον πόλεμο (1974), και ο ήχος των ποδιών του Δράκου (1980). Τα έργα της Άλκης Ζέη περιέχουν πολύ έντονα βιωματικά στοιχεία και αναφέρονται στην σύγχρονη εποχή και στους αγώνες για έναν καλύτερο κόσμο. Έχουν μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες.


Τίτλος: Με μολύβι φάμπερ νούμερο δύο.
Συγγραφέας: Άλκη Ζέη

Επιμέλεια: Ελένη Μπούρα
Εκδότης: Μεταίχμιο
Πηγή: el.wikipedia.org

logo-3d-small