Μάμα Φρανκ.

20130710155119Πώς μετράμε το χρόνο που ζήσαμε; Mε τον πόνο και τον κόπο του, τα όνειρα, τα λάθη, τα σωστά μας. Ή με τον τρόπο της Ευανθίας Σεκέρογλου ―που την τρώει η ευθύνη που μας φορτώνει η ψυχή― η οποία αντικρίζει την πραγματικότητα γύρω μας και βγάζει δαγκάνες και άλλα αρχαϊκά, αυτά που αρέσουν στους βίαιους και τους καβαλημένους...

Ο Διονύσης Μαρίνος γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου: Για την ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας, για τον χώρο των ανεκτίμητων πραγμάτων αυτού του κόσμου, για την νοηματοδότηση της ανθρώπινης υπόστασης και την υποδοχή μιας κάποιας ελπίδας της βιωτής, ακόμα και σε συνθήκες απηνούς ανελευθερίας, το ημερολόγιο της Άννας Φρανκ ή αλλιώς το ημερολόγιο μιας νέας –όπως είναι και ο αγγλικός τίτλος- αποτέλεσε και συνεχίζει να αποτελεί ένα σύμβολο αμετάθετης αντίστασης του πνεύματος.

Είναι η ατελεύτητη μάχη του αντίξοου με την ανθρώπινη συνθήκη, είναι η περίτρομη αγαθότητα που αντιπαραβάλει τα μικρά –μα, τελικά τόσο ισχυρά- όπλα της απέναντι στην επικρατούσα βαναυσότητα. Νικήτρια δεν είναι η Άννα Φρανκ που κλεισμένη στο ιστορικό σπίτι της οδού Πρίσενγκραχτ 263, από τις 12 Ιουνίου του 1942 έως την 1η Αυγούστου του 1944, καταγράφει τις σκέψεις της. Όχι, νικήτρια είναι η κοινωνία των ανθρώπων. Η συνείδηση ενός πολιτισμού που μέσα από τις όποιες διαθλάσεις και παράπλευρες απώλειες, παραμένει ενιαίος, καθαρός, εντατικός ως προς την νόησή του.

Οι λέξεις αποκτούν ένα βάρος αναγεννησιακό, σχεδόν προφητικό. Όχι του μέλλοντος, αλλά του παρελθόντος του κόσμου. Της καταβολής του. Των εκβολών του πνεύματος. Του ικριώματος των ιδεών που τον συνθέτουν. Η Μάμα Φρανκ της Μαριάννας Παπουτσοπούλου, είναι αντιστοίχως το ημερολόγιο μιας φλεγόμενης ψυχής. Είναι το credo μιας συνείδησης που διαθέτει βάθος πεδίου. Το μήνυμα που μεταφέρει δεν είναι αυτό της αυτοομοιρίας, αλλά του ξανοίγματος της σκέψης, του νου, της επανασύνδεσης με ό,τι πιο αυθεντικό διαθέτει, αλλά φευ αναζητεί, ο άνθρωπος: την ουτοπία, την ιδέα μιας υπέρβασης από τους βάλτους της καθημερινότητας.

Η Μάμα Φρανκ μεταφέρει μια φλόγα, όχι μια φωτιά, αλλά μια φλόγα ταπεινή και συνάμα ανθεκτική σε κάθε φύσημα. Είναι η φλόγα του καθαρού νου, του ανθρώπου που βουτάει στην μεγάλη Τέχνη όχι για να καθρεφτίσει την εξάντληση της καθημερινότητας, αλλά για να γευτεί την πρώτη ουσία του ανθρώπου. Την θέασή του από το βάθρο της τραγωδίας του. Διότι η τέχνη είναι η φιλόκαλη ερώτηση σε κάθε απάντηση. Διότι για κάθε ερώτηση της ζωής μια είναι η απάντηση: ο άνθρωπος.

Δι’ αυτού η μεγάλη Τέχνη, αυτή που η ηρωίδα της νουβέλας, η Ευανθία Σεκέρογλου έχει ανυψώσει στο όριο του βιώματος, προσδιορίζει τον άνθρωπο με την μοναδική ουσία που τον καθορίζει: τη γελαστή τραγωδία του. Ο λεκτικός κρατήρας της νουβέλας είναι έκτυπος σε κάθε σελίδα.

  Τι άλλο θέλουμε όλοι μας παρά ένα ευαίσθητο αυτί κι ένα αστείο, ακόμα κι ένα ερώτημα που μόνος σου δεν θα το είχες σκεφτεί αλλά γεννιέται ξαφνικά μέσα στη συνάφεια της συζήτησης. Ποιος δεν θέλει ένα χέρι που βοηθά χωρίς πολλά-πολλά στη δύσκολη ώρα του, ποιος δεν θέλει αυθεντική οικειότητα.

Η ηρωίδα, χρησιμοποιεί τη φωνή της ως εργαλείο σκέψης. Δεν τη μεταφέρει απλώς στο χαρτί, την εναποθέτει ως μια βιωματική παράσταση που όμως δεν έχει στόχο να παραμείνει στην στενή περιπτωσιολογία, αλλά να ανοιχτεί στην μεγάλη θάλασσα της ζωής όλων μας. Τουτέστιν δεν παρακολουθούμε τη ζωή της Ευανθίας Σεκέρογλου, των οικείων της, τις σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους, τις μικρές χαρές και τις βαθιές χαρακιές τους. Όλα αυτά υπάρχουν ως στοιχεία αναγνώρισης, αλλά δεν είναι το ζητούμενο στην αφήγηση.

Θα είναι λάθος να αναγνώσει κανείς την Μάμα Φρανκ ως μια ιστορία με καθαρές γραμμές, με συγγενείς χαρακτήρες, με πλοκή γραμμικής οριοθέτησης. Η ζωή της Ευανθίας Σεκέρογλου είναι βαθύτατα εσωτερική, αναγγέλλει το υπαρξιακό μέγεθός της σε κάθε πρόταση, σε κάθε λέξη, σε κάθε απόφαση που πήρε ή που παίρνει.

Η ανοιχτόκαρδη γιαγιά, τα σκότη της μητέρας και του πατέρα της, η τραχιά επιδερμίδα των χωρίς βάθος ερώτων, η πολιτική στράτευση, η προοδευτική συστράτευσή της σε έναν ιερό σκοπό (να μεταλαμπαδεύσει στα παιδιά μιας τάξης το βαθύ νόημα της μεγάλης Τέχνης), αλλά και η μεταφυσική της αγωνία, όλα τούτα συνδιαμορφώνουν μια γυναικεία φιγούρα σχεδόν αρχετυπική. Μια Αντιγόνη που θεωρεί την αντίσταση σε κάθε λογής βαρβαρότητα, ως ιδρυματική αρχή ζωής. Aλλιώς ποιος ο λόγος να ζει κανείς; Μόνο για να τρέφεται;

Η παρουσία των λογοτεχνικών αναφορών, της μουσικής, της ζωγραφικής, της φιλοσοφίας είναι έντονη και φυσιολογική. Η Ευανθία Σεκέρογλου εκφωνεί την ύπαρξή της μέσω των μεγάλων δημιουργών. Αυτοί τη σμίλεψαν, αυτοί την καθόρισαν, αυτοί της έδειξαν το δρόμο, αυτούς επικαλείται ως κοινό τόπο. Αυτούς αναζητεί για να διατάξει τις εσωτερικές της αντιφάσεις και μέσω αυτών πιάνει το νήμα μιας ενωτικής δράσης που είναι κατ’ ουσίαν ανθρώπινη δράση.

Η Ευανθία Σεκέρογλου είναι στην πραγματικότητα αυτό που σημειώνει ο Γιώργος Χειμωνάς στην Δύσθυμη Αναγέννηση: ένας νοών εγκέφαλος. Αντιλαμβάνεται τη θεία αναλογία της τέχνης, την μετουσιώσει σε πράξη, την διαθέτει προς γενική χρήση.

Η Μάμα Φρανκ είναι ένα ελκτικό κείμενο. Είναι μια εντολή και ένας σφυγμός. Άλλωστε μονίμως έχεις την αίσθηση πως γράφτηκε μ’ έναν σφυγμό. Πως ο άνθρωπος που το μετέφερε στο χαρτί είχε την αίσθηση ενός επικείμενου μεταιχμίου να έρχεται να καταπάνω του πλησίστιο. Αν δεν συνέβαινε αυτό, τότε θα μιλούσαμε για μια φιλολογική κατασκευή που βρίθει ονομάτων, έργων, ανεκδοτολογικών στοιχείων.

Η Μάμα Φρανκ δεν είναι η έντεχνη κατασκευή ενός δράματος, αλλά είναι το δράμα μιας κατασκευής –του ανθρώπου δηλαδή – που αναζητεί την έντεχνη θέασή του. Ιδιαίτερη μνεία, στο δεύτερο μέρος της νουβέλας, γίνεται στον μέγιστο Λιθουανό φιλόσοφο Εμμανουέλ Λεβινάς. Είναι αυτός που έφερε στο φως μια ζωτική γνώση: ήταν ο πρώτος Εβραίος στοχαστής που έδειξε πως η κρυμμένη σοφία των Ταλμουδικών πηγών, μπορεί να μεταφραστεί και να εκφραστεί με φιλοσοφικούς όρους. Ήταν εκείνος ο διανοητής που δε φοβήθηκε τον συγκερασμό της Αρχαίας Ελλάδας με τον Ιουδαϊσμό. Όπως λέει χαρακτηριστικά: «Η ανθρωπότητα χρειάζεται δύο πράγματα: την μοναδικότητα της Αθήνας και την αυθεντικότητα της Ιερουσαλήμ».

  "Και σάμπως τί έρωτες; Έρωτας είναι η έμπνευση, η αγάπη, η αφοσίωση, η τέλεια υπέρβαση, η φιλία στο βαθύτερο βάθος της, η λαχτάρα που ακούει πίσω από τα λόγια, το γέλιο που γουργουρίζει ταυτόχρονα."

Να μια ακόμα σύνδεση με την Άννα Φρανκ. Το κρυφό ποτάμι των δύο ημερολογίων μπορεί και να φανερώνεται, να εκβάλλει μπροστά μας με μέγιστη καθαρότητα. Ο διωγμός του διαφορετικού, είναι στην ουσία ο εξοστρακισμός του ορθό Λόγου, του πολιτισμού του ίδιου. Η αντίσταση στον εξανδραποδισμό είναι μια πράξη ευθύνης. Είναι μια μάχη καθημερινή και αδιάπτωτη. Γιατί η Άννα Φρανκ δεν είναι προϊόν μυθοπλασίας. Υπήρξε, περπάτησε κάποτε σ’ αυτή τη γη, ονειρεύτηκε, αγάπησε, πληγώθηκε, ένιωσε την σκληρότητα στο δέρμα της.

Μα, και η Ευανθία Σεκέρογλου υπήρξε, υπάρχει. Δεν είναι προϊόν συγγραφικής φαντασίας. Όχι τουλάχιστον εντελώς. Είναι μια γυναίκα σαν όλες τις άλλες γυναίκες, μόνο που η δική της εσωτερική ζωή είναι οδυνηρά αισθητή. Πρόκειται για ένα προνόμιο επίκτητο, αδιάλειπτα συνδεδεμένο με το βαθύτερο είναι της. Αναζητεί την ονομασιακή ουτοπία (άλλο ένα δάνειο από τον Γιώργο Χειμωνά), το όνομα εκείνου του πράγματος που θα συγκεφαλαιώσει όλη την ουσία του κόσμου.

Να είναι η αγάπη; Να είναι το ένθεο πεδίο; Να είναι η τέχνη; Να είναι ο άνθρωπος; Είναι προσωπική άποψη και ως τέτοια την καταθέτω: Όπως λέει και ο Μιχάλης Γκανάς: «Αν είναι να μιλήσει κάποιος, ας πει για την αγάπη». Η Μαμά Φρανκ μιλάει για την αγάπη. Όμως δεν είναι μια αγάπη προσωποπαγής, αλλά μια συμβολική αγωνία που ενδύεται την αγαπητική δορά, γιατί αλλιώς δεν μπορεί να υπάρξει.

Αν δεν ζήσεις δεν μπορείς να γράψεις, μα και αν δεν αγαπήσεις δεν μπορείς να καρπίσεις. Και αν δεν καρπίσεις δε χρειάζεται να ζήσεις. Και αν δε σε διατρέχει το ηλεκτρικό φορτίο μιας ουτοπίας, τότε το όριό σου έχει καμφθεί, η οδύνη της καταβύθισης θα είναι μακρά και δύσκολη.

Έχω την αίσθηση πως η Μαριάννα Παπουτσοπούλου, μέσω της Μάμα Φρανκ, συντάσσει το δικό της ημερολόγιο καταστρώματος σε εποχές άγριας τρικυμίας, σε εποχές όπου η αρμονία του κόσμου δεν είναι συμπαγής, σε στιγμές που η ελπίδα μιας κάποιας στεριάς, ενός λυτρωτικού λιμανιού, είναι τόσο μακρινή. Ίσως και όλο αυτό να είναι μια ακόμα ουτοπία εν προόδω…

Αποσπάσματα από το βιβλίο.

"Αυτά τα αιρετικά μαθηματικά κλώθει η Ευανθία Σεκέρογλου, εγγονή της γιαγιάς της, μπαίνοντας στα εξήντα δυο και κοντεύοντας πια να της μοιάσει. Τι άλλο θέλουμε όλοι μας παρά ένα ευαίσθητο αυτί κι ένα αστείο, ακόμα κι ένα ερώτημα που μόνος σου δεν θα το είχες σκεφτεί αλλά γεννιέται ξαφνικά μέσα στη συνάφεια της συζήτησης. Ποιος δεν θέλει ένα χέρι που βοηθά χωρίς πολλά-πολλά στη δύσκολη ώρα του, ποιος δεν θέλει αυθεντική οικειότητα. Οπότε, αξίζει να δίνεις χωρίς άλλη σκέψη, ίσως κάποιοι ανταποδώσουν κιόλας, κάτι που είναι μάλλον αδιάφορο την ώρα της φιλικής κίνησης. Κανείς δεν δίνει για να πάρει στο ηθικό επίπεδο ή έστω κανείς δεν κάνει τέτοιους λογαριασμούς για να πράξει. Αν τώρα έρθει κι ώρα για παράπονο, καλύτερα να το μαζεύεις γρήγορα να μη πικραίνεσαι. Και έτσι, παρά τις απίστευτες θεολογικές απορίες της, πάει μια φορά στις τόσες σε κάποια ορθόδοξη εκκλησιά παρακαλώντας για όλους και όλα, πνιγμένη στα δάκρυα. Αρρώστιες, βάσανα, φτώχιες, μοναξιές, πώς να μη πας στο Θεό για κάτι τέτοια, αυτή είναι η δική μας παράδοση. Και πώς να μη πιάσεις βγαίνοντας κουβέντα με τη Σόνια, τη ζητιάνα από τη Βουλγαρία που βρέχεται ή καψαλίζεται στο σκαλάκι από τους καιρούς, και κάποιος, λέει, της παίρνει κάθε τόσο την είσπραξη….κι εκείνη η φτωχιά ανταποδίνει την αγάπη πάραυτα, γιατί κρυώνει κι είναι παντέρμη."

"Για το κουσούρι αυτό της ευφυούς ευπιστίας και την εδραία πεποίθηση «ουδείς εκών κακός» έφταιξε βέβαια η γιαγιά. Όμως το άλλο, που η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο -και το ξέρει όλος ο κόσμος χωρίς να σώζεται γιατί δεν το πιστεύει- το βρήκε από μόνη της σε μια διάρκεια πενήντα ετών, δημοτικό, γυμνάσιο, λύκειο, πανεπιστήμιο, εργασία και συνέχεια, ανακαλύπτοντας βήμα το βήμα την αντίστοιχη ακολουθία: Άννα Φρανκ, Σοφοκλής, Ντοστογιέφσκι-Ταρκόφσκι, Κροπότκιν-Τολστόι ανάκατοι (sic), τέλος, για καλό ή για κακό και ποιός θα μας το πει, Εμμανουέλ Λεβινάς. Δήλωσε λοιπόν διαδοχικά μαθήτριά τους και με τον τελευταίο έκανε φουσκωμένα πανιά, ψυχή πιο ένοχη και δοτική δεν θα βρεις ούτε σε χίλια μίλια, όμως αυτά τη δυναμώνουν κιόλας. Μα κι εξηγούν μια χαρά το γενικότερο κλίμα της, ένα τσεχωφικό συνονθύλευμα γενικής και δοτικής, όσο και τις σωτήριες ανατροπές του με ρήματα, ονομαστικές και γλωσσολάγνες διαθέσεις, οπότε ευτυχώς της μιλούν πεντακάθαρα ο Τζόυς κι ο Φλωμπέρ, ως κι ο ποιητής Γκίνσμπεργκ. Κι ο Μπουνουέλ παντοτινός εραστής. Τέτοιο χάλι η εγγονή της Φιφής. Ευτυχώς τα ξαδέρφια της έχουν αρκετό χιούμορ και κατανόηση, αλλιώς…"

"Και σάμπως τί έρωτες; Έρωτας είναι η έμπνευση, η αγάπη, η αφοσίωση, η τέλεια υπέρβαση, η φιλία στο βαθύτερο βάθος της, η λαχτάρα που ακούει πίσω από τα λόγια, το γέλιο που γουργουρίζει ταυτόχρονα. Το ξέρει, το ‘ζησε μια και μοναδική φορά, ας ήταν κι αργά. Κι όσα προηγήθηκαν δεν ήταν παρά σεξιστική πείνα, σα μεζέ την έβλεπαν οι συμπαθείς παρτνέρ, σα φρέσκο πιροσκάκι, μόνο ένα ωραίο πήδημα μετρούσαν. Και ελάμβανε χαζές επιστολές, που έκαψε τελετουργικά στο πρώτο τζάκι που της βρέθηκε, μη και στεγνώσουν τα δάκρυα. Κι από τότε κουμπώθηκε όσο κι αν το σώμα συχνά επαναστατούσε, πολλοί θα την είπαν ψυχρή επειδή κοίταζε πάνω απ’ όλα τη δουλειά της, ακόμα και στερημένη, μα μήπως δεν ήταν; Βιασμός δεν είναι μόνο να σου την πέσουν σ’ ένα στενό, είναι κι όταν σου πετούν ξεροκόμματα σα να ήσουν σκύλα, ενώ θα σου έφταναν μέχρι κορεσμού «λίγα ψίχουλα αγάπης», που αργότερα ξέπεσες να τα γυρεύεις. Γι’ αυτό κι εκείνη που θυμάται τα πάντα, αρνείται να θυμηθεί τους έρωτές της, αυτοί αποτελούν προνομιακό αντικείμενο αυτοσαρκασμού. Ούτε αμερικάνικη κωμωδία να ήταν η ζωή, με κοντούς και ψηλούς ή χοντρούς και λιγνούς και όλους ανεξαιρέτως κουτούς. Μα πως μας έπλασες έτσι, Κύριε. Κι αν δεν αγαπά την αριθμητική, είναι που κυρίως δεν αγαπά την αφαίρεση και τη διαίρεση. Αλλιώς… Ποιός θα βρεθεί επιτέλους να της εξηγήσει πόσο λίγο μετρούν όλα αυτά για τους άλλους, πόσο μικρή, παροδική και τυχαία θα σταθεί η συνάντησή της με τους περισσότερους, πόσο λίγοι θα απομείνουν τελικά κοντινοί, θερμοί κι ανοιχτοί στη φιλία. Τα μοναχοπαίδια είναι κακομαθημένα, ό,τι κι αν νομίζουν για τον εαυτό, όλα δικά τους τα θέλουν."

1395088 483209308452600 40293438 n



Η Μαριάννα Παπουτσοπούλου Σαμαράκη γεννήθηκε στην Αθήνα το 1951. Σπούδασε κλασσική Αρχαιολογία και Ιστορία της Τέχνης, Λογοτεχνία και Θεωρία της λογοτεχνίας, ολίγην θεολογίαν, γαλλικά και αγγλικά.
Δίδαξε ως φιλόλογος στη μέση εκπαίδευση για τριάντα χρόνια, από το 1974 έως το 2002. [Υπεύθυνη για το σχολικό περιοδικό Το καμίνι, εκπ. Κωστέα Γείτονα (1998-2002) και για Το παράθυρο του Ανοιχτού Δημιουργικού Σχολείου, καθώς και για την Πολιτιστική δραστηριότητα του λυκείου.
Συμμετείχε στο κίνημα για την παιδεία ως μέλος των Δ.Σ της ΟΙΕΛΕ και ΤΟΥ ΣΙΕΛ Αθήνας από το 1975- 91, και στο κίνημα για την ισότητα των γυναικών ως μέλος του Δ.Σ. του ΣΕΕ 85-89.


Τίτλος: Μάμα Φρανκ
Συγγραφέας: Μαριάννα Παπουτσοπούλου
Εκδότης: Εκδόσεις Γαβριηλίδης

logo-3d-small