Η Φαύστα

H-FAYSTAΗ Φαύστα δεν είναι η Ρωμαία αυτοκράτειρα. Και βέβαια δεν βρισκόμαστε στην Ρώμη. Η Φαύστα, μια ευαίσθητη γυνή, σύζυγος του Γιάννη, χάνει την μονάκριβη κόρη της στη θάλασσα. Θλίβεται και κλαίει γοερά για αυτή την απουσία... Αλλά και για τον θάνατο του Καραϊσκάκη. Ωστόσο, η εμμονή της με τα θαλασσινά την οδηγεί στην ανεύρεση της κόρης της, που σαν τον Ιωνά ξεπηδά από το στομάχι ενός ψαριού χρόνια μετά. Μία ακόμα εξαφάνιση, ένα προξενιό κι ένα ηθικό δίδαγμα. Κι όλα αυτά στην Αθήνα του 1900.

«Πέρασαν πενήντα δύο ήδη ολόκληρα χρόνια από τότε που ο πατέρας μου έγραψε τη “Φαύστα”. Στο μυαλό μου όμως είναι σαν να την έγραψε χθες. Μου φαίνεται απίστευτο το ότι πέρασε ήδη μισός αιώνας από τότε που τον έβλεπα να δακτυλογραφεί το κείμενό του σκυφτός πάνω στην αρχαία γραφομηχανή του μάρκας Ολύμπια. Σχεδόν ακούω τον στακάτο ήχο της. Ακούω μαζί και τον σπηλαιώδη βρυχηθμό που είχε αντί για γέλιο ο πατέρας. Αυτός ο βρυχηθμός σήμαινε για την οικογένεια πως αυτό που έγραφε του φαινόταν και του ίδιου αστείο. Αστείο αστείο, γεγονός είναι πως πίσω από την ιστορία της «Φαύστας» κρύβεται ένα πραγματικά τραγικό συμβάν. Στην περιοχή του Κερατσινίου κάποτε, χάθηκε ένα παιδάκι την ώρα που κολυμπούσε. Οι εφημερίδες της εποχής ύστερα από έρευνες κατέληξαν στο συμπέρασμα πως το δυστυχισμένο φαγώθηκε από ένα τεράστιο ψάρι. Πιθανότατα από καρχαρία.

MPOSTΜε έναυσμα αυτή την τραγική ιστορία, που του είχε κάνει τρομερή εντύπωση, ο πατέρας έκανε ένα σκίτσο το 1961 το οποίο δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “Θεατής”. Σε εκείνο το σκίτσο –εν σπέρματι– βρίσκεται η δομή όλης της “Φαύστας”. Στο σκίτσο η κόρη χάνεται κολυμβώσα και, ως άλλος Ιωνάς, βγαίνει από το κήτος που ψάρεψε ο πατέρας της μετά από δέκα έτη. Επειδή όμως μύριζε ψάρι, όπως είναι φυσικό, την κατασπάραξαν οι γάτες. Κάποιοι γείτονες φέρνουν αργότερα ένα αγοράκι –που είχε βρεθεί σε άλλο ψάρι– διά συνοικέσιον, επειδή όμως το κοριτσάκι έχει ήδη φαγωθεί, δεν υπάρχει τέλος αίσιον

...Το συμπέρασμα της κόρης πως οι πλούσιοι δεν πρέπει να πληρώνουν τίποτα και παράλληλα πως πρέπει να ταράξουν τους φτωχούς στους φόρους για να τους δώσουν κίνητρο να πλουτίσουν οπότε δεν θα πληρώνουν τίποτα είναι ιδιοφυές.

Δυστυχώς φαίνεται πως ο κύριος Μίλτον Φρίντμαν διάβαζε μετά μανίας τον πατέρα μου και έκλεψε τη θεωρία που ανέπτυξε το Ριτσάκι. Βάφτισε τη θεωρία νεοφιλελευθερισμό και την εφάρμοσε με εκπληκτική επιτυχία στη Χιλή και σε διάφορες άλλες χώρες μεταξύ των οποίων και στην πατρίδα μας. Γι' αυτό προκόψαμε πράγμα που είναι πασιφανές και στον πλέον αδαή. Το γεγονός πως το κοριτσάκι το τρώνε γάτοι είναι επίσης λογικό. Αφού μύριζε ψάρι τι θέλατε να κάνουν; Oι γάτοι αρέσκονται στα ψάρια, τρελαίνονται για ψαρίλα και δεν διανοείται ουδείς εχέφρων άνθρωπος διαφορετική εξέλιξη στο δράμα από το να κατασπαραχθεί η ατυχής κόρη από ορδές πεινασμένων κεραμιδόγατων».

Η «Φαύστα», έργο βαθύτατα πολιτικό, αν και δίνει την εντύπωση μιας απλής ανώδυνης σάτιρας, έγινε ένα από τα δημοφιλέστερα της σύγχρονης νεοελληνικής δραματουργίας. Οι υπόλοιπες ιστορίες διατηρούν τον αμίμητο και ιδιαίτερα σαρκαστικό τόνο του Μποστ.

MPOST-1Ο Μέντης Μποσταντζόγλου μέσα από το έργο του σατιρίζει τόσο τα βαρύγδουπα δράματα, την καθημερινότητα και την πολιτική, όσο και το μέγα γλωσσικό ζήτημα που βασάνισε τους Έλληνες από τον 1ο αιώνα π. Χ. μέχρι και την αρχή της δεκαετίας του 1980 με την κατάργηση του πολυτονικού συστήματος... Ή μήπως ακόμα τους βασανίζει... Το θέμα είναι πως – μέσα από την ιδιόρρυθμή γραφή του – δημιούργησε ένα ξεχωριστό είδος στο Νεοελληνικό θέατρο. Λόγος έμμετρος, λεξιλόγιο που κινείται ανάμεσα στην «λανθασμένη» καθαρεύουσα και την «λαθεμένη» δημοτική και ύφος παράλογο.

Σχετικά τώρα με τη «Φαύστα», ο ίδιος ο συγγραφέας κάνει την καλύτερη ανάλυση, προλογίζοντας το πρόγραμμα της πρώτης παράστασης του έργου, το 1965, με πρωταγωνίστρια τη Ντίνα Κώνστα:
«... Στη Φαύστα θέσις δεν υπάρχει. Το έργο γράφτηκε σε στιγμή κεφιού, και ούτε θυμάμαι να με κούρασε, ούτε το θέμα της να με απασχολούσε χρόνια. Τώγραψα το καλοκαίρι του ΄63, φιλοδοξώντας να έχω στο συρτάρι κι ένα έργο που να μην είναι επίκαιρο...
Το έργο έχει τας εξής πρωτοτυπίας και προσόντα: 1) με την παρεμβολή 17 τραγουδιών γίνεται μιούζικαλ διάρκειας 2 ωρών, 2) Αφαιρουμένων των τραγουδιών γίνεται μονόπρακτον μίας ώρας, 3) Δια της προσθέσεως 30 – 40 στίχων μεταβάλλεται εις έργον πολιτικόν, και δ) δια της αφαιρέσεως των πολιτικών αιχμών, γίνεται σκηνικό παιχνίδι. Είναι δηλαδή έργον αυξομειούμενον, εις διάρκειαν, κατάλληλον δια όλους τους θιάσους και δια όλας τας σκηνάς, πράγμα που ουδείς συγγραφεύς κατάφερεν εις την παγκόσμιον δραματουργίαν. Αισθάνομαι δε υπερήφανος διότι αυτό που ο Σαίξπηρ και ο Αισχύλος δεν κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν, το εκατόρθωσα εγώ χωρίς να κουρασθώ πολύ. Έτερον δεν έχω να προσθέσω.» (Πηγή: lfh.edu.gr)

BostantzoglouΟ Χρύσανθος Βοσταντζόγλου (1918-1995) του Κλεόβουλου και της Ουρανίας (γνωστός ως Μέντης Μποσταντζόγλου ή Μποστ) γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Το 1920 η οικογένειά του κατέφυγε στο Γαλάτσι της Ρουμανίας και το 1926 εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα. Από παιδί έδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για τις εγκυκλοπαιδικές γνώσεις, τις ξένες γλώσσες και τη ζωγραφική. Το παρατσούκλι Μέντης τον συνόδευε από τα γυμνασιακά του χρόνια.

Το 1939 έδωσε εξετάσεις στην Σχολή Καλών Τεχνών, σταμάτησε όμως να παρακολουθεί μαθήματα έξι μήνες αργότερα, καθώς ήθελε να ακολουθήσει προσωπικό δρόμο. Την ίδια χρονιά πρωτοεμφανίστηκε ως εικονογράφος, στο περιοδικό «Νεοελληνικά Γράμματα» του Δημήτρη Φωτιάδη. Στο χώρο των γραμμάτων πρωτοεμφανίστηκε το 1945 με την έκδοση του βιβλίου «Ο Άγιος Φανούριος. Θέμα για δούλεμα. Βοήθημα διά την κατανόησιν των κινέζων κλασικών του 20ού αιώνος, ήτοι των συγγραφέων Γκά-τσου και Βου-σβου-νι», με εμφανή ήδη στοιχεία, τις επιρροές που δέχτηκε από το καλλιτεχνικό ρεύμα του υπερρεαλισμού αλλά και του ιδιότυπου σατιρικού λόγου του.
Το 1948 παντρεύτηκε τη Μαρία Παπαγιαννακοπούλου με την οποία απέκτησε δύο γιους, τον ζωγράφο Κώστα και τον ηθοποιό Γιάννη. Πέθανε το 1995 στην Αθήνα.
Πολύπλευρη και ανήσυχη προσωπικότητα, ο Μποστ ασχολήθηκε τόσο με τις εικαστικές τέχνες όσο και με την τέχνη του λόγου. Σκιτσογράφος, εικονογράφος, γελοιογράφος, χαρτογράφος και ζωγράφος, συνεργάστηκε με πολλές εφημερίδες, περιοδικά και εκδοτικούς οίκους, πραγματοποίησε εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό και εξέδωσε λευκώματα με τη δουλειά του, από τα οποία σημειώνουμε ενδεικτικά την ιδιαίτερα επιτυχημένη έκδοση «Σκίτσα του Μποστ» με πρόλογο του Ηλία Πετρόπουλου (1959).
Στίχοι του μελοποιήθηκαν από τον Μίκη Θεοδωράκη, σε συνεργασία με τον οποίο ο Μποστ έγραψε και τα κείμενα για την παράσταση «Όμορφη Πόλη» που πραγματοποιήθηκε με επιτυχία στο θέατρο Παρκ το καλοκαίρι του 1962. Είχε προηγηθεί το πρώτο θεατρικό έργο του με τίτλο «Δον Κιχώτης» (1961). Σταθμός ωστόσο στην πορεία του ως θεατρικού συγγραφέα υπήρξε η «Φαύστα ή Η απολεσθείς κόρη» (1964).
Ο θεατρικός λόγος του Μποστ εκφράζει την αγωνία του για τη σύγχρονη Ελλάδα μέσα από τη δίοδο της ευφυούς σάτιρας και αποτελεί καρπό δημιουργικής αφομοίωσης των διαβασμάτων του συγγραφέα αλλά και της λαϊκής ελληνικής παράδοσης. Έγραψε επίσης πεζά κείμενα και ευθυμογραφήματα.
Παράλληλα ασχολήθηκε για χρόνια με το πολιτικό χρονογράφημα, ενώ για την αγωνιστική του δράση στον χώρο της Αριστεράς γνώρισε διώξεις ήδη από την περίοδο της γερμανικής κατοχής αλλά και στη διάρκεια της απριλιανής δικτατορίας. (Πηγή: Αρχείο Ελλήνων Λογοτεχνών, Ε.ΚΕ.ΒΙ.)

Τίτλος: Η Φαύστα
Συγγραφέας: Μποστ (Μέντης Μποσταντζόγλου)
Επιμέλεια: Ελένη Μπούρα
Εκδότης: ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ
Μορφή: Έντυπη και e-book

logo-3d-small