Πιπέρι στο στόμα!

piperi-sto-stomaΤίτλος: Πιπέρι στο στόμα!
Υπότιτλος: Οψεις των λέξεων-ταμπού στη Νέα Ελληνική

Θα απευθυνόσασταν σε ένα Γραφείο Τελετών για τη διοργάνωση ενός γάμου;
Ανήκετε σε αυτούς που, όταν οδηγούν, κατεβάζουν καντήλια;
Ποιες επιπλέον σημασίες έχουν οι λέξεις γλάστρα, πατσαβούρα και τούμπανο, όταν
αναφέρονται στις γυναίκες;
Γνωρίζετε ποιοι ήταν ο Τόφαλος και η Φακλάνα;
Θεωρείτε την παροιμία Στου κουφού την πόρτα όσο θέλεις βρόντα προσβλητική για
τους βαρήκοους;

Αυτά και άλλα ερωτήματα επιχειρεί να θίξει το βιβλίο Μαρίας Καμηλάκη, της Γεωργίας Κατσούδα και της Μαρίας Βραχιονίδου, «Πιπέρι στο στόμα: Όψεις των λέξεων-ταμπού στη Νέα Ελληνική», προσεγγίζοντας, με όρους γλωσσολογικούς αλλά και τρόπο εύληπτο και παιγνιώδη, τις διάφορες πτυχές της σημασίας, της χρήσης και της λειτουργίας του «απαγορευμένου» λεξιλογίου.

Πρόκειται για ένα έργο αφιερωμένο σε λέξεις-"δραπέτες", που ξέφυγαν από το "γλωσσικό καθαρτήριο" της ελληνόφωνης κοινότητας, λειτουργώντας σαν ανεξέλεγκτη βακχική κραυγή μέσα σε ένα σύμπαν κυρίαρχου λόγου.

Δεδομένου ότι το συγκεκριμένο ερευνητικό πεδίο είχε βρεθεί στο περιθώριο του εγχώριου ακαδημαϊκού (γλωσσολογικού, ψυχολογικού, κοινωνιολογικού, ανθρωπολογικού κ.λπ.) λόγου, θεωρούμε ότι η συστηματική διερεύνησή του φωτίζει τη χρήση της γλώσσας ως εκφραστικής διόδου για την ολότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, όχι μόνο της κοινωνικοποιημένης και κανονικοποιημένης, αλλά και της παρορμητικής ή σκόπιμα προκλητικής.
Ο Νίκος Σαραντάκος στον ιστοχώρο sarantakos.wordpress.com, παρουσιάζοντας το βιβλίο αναφέρει: «Το βιβλίο αυτό, που το οφείλουμε σε τρεις νέες λαμπρές ερευνήτριες γλωσσολόγους, τη Μαρία Καμηλάκη, τη Γεωργία Κατσούδα και τη Μαρία Βραχιονίδου, διερευνά, όπως λέει και ο υπότιτλός του, τις λέξεις-ταμπού της Νέας Ελληνικής Γλώσσας.

Ωστόσο, δεν είναι σκέτα λαογραφικό βιβλίο, δεν κάνουν μόνο καταγραφή υλικού. Υπάρχει στο βιβλίο πολλή και βαθιά γλωσσολογία, αλλά ευτυχώς είναι καλογραμμένο και έξυπνα οργανωμένο σε μικρά κεφάλαια κι έτσι δεν θα διαμαρτυρηθούν όσοι βαριούνται τα επιστημονικά.

Για παράδειγμα, βρήκα πολύ ενδιαφέρουσα την ανάλυση για τους -φημισμούς, που θα την παρουσιάσω με συντομία.

Όταν αντικαθιστούμε μια χυδαία ή επώδυνη λέξη ή έκφραση με μια πιο ευγενική και στρογγυλεμένη, έχουμε ευφημισμό. Λέμε «οπίσθια» αντί «κώλος», λέμε «έφυγε από κοντά μας» αντί «πέθανε» (εδώ είναι απλώς επώδυνη η λέξη, όχι χυδαία), για δε τη γενετήσια πράξη έχουμε άφθονους ευφημισμούς («το κάναμε», «κοιμηθήκαμε μαζί» κτλ.)

Το αντίθετο του ευφημισμού είναι ο δυσφημισμός. Εδώ χρησιμοποιούμε απορριπτικές ή προσβλητικές λέξεις ή φράσεις -«κώλος» αντί για «οπίσθια».

Ανάμεσα στους δύο βρίσκεται ο ορθοφημισμός. Πρόκειται για ευθείες ή ουδέτερες εκφράσεις, που δεν είναι αναφανδόν ευγενικές όπως οι ευφημιστικές, αλλά ούτε ωμές ή προσβλητικές. Συχνά πρόκειται για όρους της ανατομίας ή της ιατρικής. Στο παραπάνω παράδειγμα, ο ορθοφημισμός που αντιστοιχεί στο δίπολο «οπίσθια-κώλος» είναι «έδρα». Αντί για «πάω στο μέρος» (ευφημισμός) ή «χέζω» (κακοφημισμός) μπορεί κάποιος να πει «αφοδεύω».

Υπάρχουν και κάποιες υβριδικές μορφές. Έχουμε, ας πούμε, τους ευφημιστικούς δυσφημισμούς, όταν μασκαρεύουμε έναν δυσφημισμό και τον ωραιοποιούμε, π.χ. μακάκας, θα σε μαμήσω. Αντίστροφα, δυσφημιστικούς ευφημισμούς έχουμε όταν περιγράφουμε μια σοβαρή κατάσταση με ελαφρότητα ή αγένεια -ας πούμε, αντί να πούμε «πέθανε» ή «αποβίωσε», λέμε «τα τίναξε», «τα κακάρωσε».

Αυτό είναι ένα κομμάτι από την εισαγωγή του βιβλίου, όπως το παρουσίασα πολύ συνοπτικά και με δικά μου λόγια. Για να πάρετε μιαν ιδέα της ύλης του βιβλίου, θα παραθέσω τους τίτλους μόνο από μερικά κεφάλαιά του.

kamilakiΈλα να κάνουμε σεξ!: Η γενετήσια λειτουργία
Μες στσ’ Αγγέλας τον οντά, μαύρος ντούμπανος βροντά: Οι ονομασίες των γεννητικών οργάνων
Έκανε η μύγα κώλο κι έχεσε τον κόσμο όλο: Σωματικά υγρά και απεκκριτικές διαδικασίες
Σκατά και απόσκατα
Κατούρα να φύγουμε!
Έκλασε η νύφη, σχόλασε ο γάμος!
Μπάζα, μπουρούχες και κουασιμόδοι: Δυσφημισμοί για την εξωτερική εμφάνιση
Αραπίνες λάγνες, ερωτιάρες ή μαυροτσούκαλα;
Τα πάχη μου, τα κάλλη μου
Πιπίνια, κουμπαρομπεμπέκες και χούφταλα
Οι στιγματισμένοι
Δίνει μάχη με την επάρατη νόσο: Οι σωματικές ασθένειες
Το ξέρει κι η κουτσή Μαρία: Η σωματική αναπηρία
IQ ραδικιού: Η νοητική υστέρηση
Η τρέλα δεν πάει στα βουνά: Η ψυχική νόσος
Τα τσιγάρα, τα ποτά και τα ξενύχτια: Ο αλκοολισμός
Το βαπόρι απ’ την Περσία: Τα ναρκωτικά
Πρέπει να ΄σαι λέρα, για να οδηγάς γαλέρα: Χαρακτηρολογικοί δυσφημισμοί
georgia katsoudaΡε μαλάκα, είσαι μαλάκας;: Οι λέξεις-ταμπού στη γλώσσα των νέων
Μιλάει σαν νταλικιέρης, κορίτσι πράμα: Οι λέξεις-ταμπού και η γλώσσα των γυναικών
Άντε, ρε πασοκοφρουρέ!: Λέξεις-ταμπού και κομματικές ταυτότητες
Δεν είμαι εγώ ρατσιστής. Αυτός είναι Αλβανός: Ο γλωσσικός «άλλος»
Πας μη Έλλην, βάρβαρος
Τον αράπη κι αν τον πλένεις: Δυσφημισμοί για φυλές
Είδε ο γύφτος τη γενιά του κι αναγάλλιασε η καρδιά του: Δυσφημισμοί για εθνοτικές ομάδες
Έγινα Τούρκος: Δυσφημισμοί για εθνωνύμια
Ιταλιάνα ή Ιταλίδα; Εγγλέζικα ή αγγλικά;
Καταυλακιώτες και μινάρες: Τοπωνυμικοί δυσφημισμοί
Εμείς οι βλάχοι, όπου λάχει: Γενικοί δυσφημισμοί για τους Έλληνες
Ο Δωδεκάλογος του… Ρομά!!!: Λέξεις-ταμπού και πολιτική ορθότητα
Στου… βαρήκοου την πόρτα, όσο θέλεις βρόντα!
maria-vrachionidouΒουλεύτριες και χορεύτριες
Σκουπιδιάρης ή οδοκαθαριστής;
Εισφορά αλληλεγγύης ή έκτακτη φορολόγηση;
Μπήκα σε κινητικότητα! Άντε, να ξεπιαστούμε λιγάκι!
Επιχείρηση-σκούπα… για ακόμη πιο καθαρούς μετανάστες
Οι λέξεις-ταμπού στην αρχαία ελληνική
Καλύτερα να σου βγει το μάτι, παρά τ’ όνομα: Το ταμπού του ονόματος
Έβαλε τον λύκο να φυλάει τα πρόβατα: Το ζωωνυμικό λεξιλόγιο ταμπού

Θα συμφωνήσετε μαζί μου πως οι τίτλοι είναι ευρηματικότατοι. Όχι μόνο αυτό, αλλά και η πραγμάτευση των θεμάτων είναι απολαυστική. Όπως βλέπετε μάλιστα, η λέξη «ταμπού» εννοείται με την ευρύτατη έννοια, δεν περιορίζεται στις «κακές λέξεις» που συνδέονται με τη γενετήσια πράξη.

Το βιβλίο, όπως βλέπετε, ασχολείται με πολλά θέματα που τα έχουμε θίξει κατ’ επανάληψη στο ιστολόγιο (π.χ. θηλυκό γένος, εθνοφαυλισμοί κτλ.) οπότε είναι μάλλον βέβαιο πως θα μας απασχολήσει και στο μέλλον, σε θεματική πλέον βάση. Ομολογώ πως δεν το έχω ακόμα διαβάσει όλο (ούτε το μισό, μάλιστα) αλλά όσο έχω διαβάσει είναι, ξαναχρησιμοποιώ τη λέξη, απολαυστικό. Έχω κάποιες ελάσσονες παρατηρήσεις, αλλά τίποτα το σοβαρό.

Και για να πάρετε μια γεύση, παραθέτω ολόκληρη μία ενότητα του βιβλίου, το υποκεφάλαιο 2.1.1, αφιερωμένο στο ρήμα γαμάω-ώ, που σωστά χαρακτηρίζεται «πρωτεϊκό». Για τεχνικούς λόγους δεν μεταφέρω τις παραπομπές των (έξι τον αριθμό) υποσημειώσεων της ενότητας. Υπάρχουν πάντως στο βιβλίο -η τεκμηρίωσή του είναι υποδειγματική.

2.1.1. Γαμώ την ατυχία μου!: Το πρωτεϊκό ρήμα γαμάω/-ώ

Το δημοφιλές στη Ν.Ε. ρ. γαμάω-ώ στην αρχ. ελληνική, ως συνηρημένο σε -έω/-ώ, σήμαινε ‘νυμφεύομαι, παίρνω για γυναίκα’. Λεγόταν και μεταβατικώς για γονείς που διαλέγουν σύζυγο για το παιδί τους, ενώ ως μεσοπαθητικό και για γυναίκα με τη σημασία ‘παντρεύομαι’. Ήδη, όμως, από την αρχαιότητα το ρήμα είχε και τη σημασία ‘συνουσιάζομαι’, η οποία ήταν η μόνη που επικράτησε στα μεσαιων. χρόνια. Την ίδια εποχή κάνει και την εμφάνισή της η λέξη γαμήσι ‘η συνουσία’ (14ος αι.) και ο γαμέας (15ος-16ος αι.) ‘ο φιλήδονος άνδρας’, που θα μετεξελιχθεί τυπολογικώς σε γαμιάς. Το ρήμα σήμερα, τόσο στη Ν.Ε.Κ., όσο και στις ν.ε. διαλέκτους και τα ιδιώματα, έχει μόνο τη σημασία ‘συνουσιάζο¬μαι’. Καταλαβαίνουμε, επομένως, ότι, μέσα από τη σημασιολογική μετατόπιση του γαμώ προς την καταδήλωση της γενετήσιας λειτουργίας, δημιουργήθηκε ένα κενό για το πώς θα λέμε ‘συνάπτω γάμο’, το οποίο καλύφθηκε από το μεσαιων. ρ. υπανδρεύω, που λεγόταν κυρίως για γυναίκα, αλλά σιγά-σιγά επεκτάθηκε και για άνδρα. Έτσι, το ρ. νυμφεύομαι, που λεγόταν για άνδρες, πέρασε στο περιθώ¬ριο, παραμένοντας σε χρήση μόνο στην εκκλησιαστική γλώσσα, αφού πλέον τη σημασία του την ανέλαβε το ρ. υπανδρεύομαι/παντρεύομαι.

Οι νεότεροι σχηματισμοί (παράγωγα και σύνθετα) από το ρ. γαμώ ‘κάνω σεξ’ είναι πάμπολλοι, πολλαπλασιάζοντας το σχετικό λεξιλόγιο ταμπού, π.χ. αγάμητος/-η, γαμιστερός/-ή, γαμιστρώνας, γαμωσταυρίζω, καταγαμώ, κωλογαμημένος/- η, ξενογαμώ και τόσα άλλα! Περιέργως, δεν παρασύρθηκαν από τις σεξουαλικές συνδηλώσεις, αλλά κατάφεραν να διατηρήσουν τη σημασιολογική τους σύνδεση με τον γάμο ομόρριζες λέξεις, ήδη παραδεδομένες από την αρχαία Ελληνική ή και νεότερες, όπως γάμος, γαμπρός, γαμικός/-ή, γαμήλιος/-α, αλλά και γαμοπίλαφο.

Πέραν του καθαρά σεξουαλικού του περιεχομένου, η αυξημένη χρήση του ρήματος σε ένα ευρύ φάσμα περιβαλλόντων το καθιστά ένα από τα πιο παραγω¬γικά ρήματα της Ν.Ε.

Έτσι, χρησιμοποιείται μεταφορικά για κάποιον ή κάτι που μας κουράζει, μας εξοντώνει ή μας γίνεται φορτικό(ς) («Αυτή την εβδομάδα έχω γαμηθεί στη δου¬λειά») ή που έχει υπέρμετρες απαιτήσεις («Στο τέλος θα θέλει να μας γαμήσει κιόλας»). Επίσης, τη γάμησα/την έχω γαμήσει ‘βρίσκομαι σε δύσκολη κατάσταση, έχω περιέλθει σε αδιέξοδο’, ενώ ως α’ συνθετικό το ρ. χαρακτηρίζει αρνητικά το β’ συνθετικό, κατατάσσοντάς το στην κατηγορία του ανεπιθύμητου/δυσάρεστου (γαμωκατάσταση, γαμωδουλειά, γαμωαρρώστια, γαμωσταυρίδια («Τον άρχισε στα γαμωσταυρίδια» ‘χυδαίο υβρεολόγιο κατά των θείων’) κ.ά.).

Περίφημη είναι η φρ. Άντε γαμήσου που πολλοί τη θεωρούν λεκτική πράξη όχι βλαστήμιας, αλλά ευχής, ανακυριολεκτώντας τη (!), ενώ συναφές περιεχό¬μενο έχουν και οι αποστροφές Γάμησέ μας! ‘παράτα μας ήσυχους’, Γάμα τα/Γάμησέτα!, για προβλήματα και δυσκολίες που ενέχει μια κατάσταση, Δε γαμιέται!, για κάτι με το οποίο δεν αξίζει να ασχοληθεί κανείς, Θα σε γαμήσω! εν είδει χιουμοριστικής (ή μη) απειλής, Σε γαμάω!’υπερτερώ εις βάρος σου, σε κερδίζω, υπερέχω’ κ.ά. Πιο αποστιγματισμένο λόγω υψηλής συχνότητας χρήσης είναι το επιφώνημα αγανάκτησης, έκπληξης ή θαυμασμού Γαμώτο! («Ρε γαμώτο, δεν ξέρω τι να κάνω»), το οποίο χρησιμοποιείται και ουσιαστικοποιημένο: «Το γαμώτο είναι, που θα βρουν και δικαιολογία τα λαμόγια, που ήθελαν τον Πούτιν να επισκέπτεται κάθε μήνα και άλλη ελληνική πόλη».

Υβριστικές είναι και οι αποστροφές γαμώ τη μάνα σου, γαμώ το σόι σου, γαμώ το σπίτι σου κ.ο.κ., που μπορούν να συνοψισθούν στη δομή γαμώ+x (θυμίζουμε και το τραγουδιστικό «Κόμμα και ρετσίνα, κι άσματα επινίκεια, είμαι δεκαεξάρης, σας γαμώ τα Λύκεια!» του Διονύση Σαββόπουλου). Η συγκεκριμένη δομή, που συνήθως συνάπτεται με όρους συγγενείας, συνδυάζεται και με φράσεις που αναφέρονται στα θεία (τον Χριστό, την Παναγία, την Αγία Θέκλα κ.λπ.), συνιστώντας διπλή παραβίαση, αφενός του ταμπού περί γενετήσιας ορμής και, αφετέρου, περί θεοσέβειας, γεγονός που ενισχύει την προσλεκτική δύναμη του εκφωνήματος.

Ακόμη, απαντούν οι στερεότυπες εκφράσεις γαμάει (και δέρνει), που απηχώντας σαδομαζοχιστικές πρακτικές περιγράφει κάποιον/-α που διαπρέπει και κυριαρχεί σε έναν τομέα, και γαμώ για κάποιον/-α ή κάτι που ξεχωρίζει («Είναι και γαμώ τα άτομα»), πηγαίνει γαμιώντας(ίσως αναλογικά από τους τύπους γαμιόλης/-α, αντί του αναμενόμενου γαμώντας), πολύ γρήγορα ή μεταφορικά για κατάσταση ή διαδικασία εξαιρετικά και επιδεινούμενα φορτική, πιεστική και αγχωτική («Αυτή είναι η κατά¬ντια μας και γι’ αυτό μας πηγαίνουν και θα μας πηγαίνουν γαμιώντας»).

Τέλος, σε ό,τι αφορά τα παράγωγα του ρήματος, τα γαμησιάτικα, το αντίτιμο που οφείλει κανείς να πληρώσει, για να έρθει σε αγοραία συνουσία, καταλήγουν να σημαίνουν τα κοροϊδίστικα λεφτά ή το να υποστεί κανείς τις συνέπειες χωρίς να είναι ο (κύριος) υπαίτιος (πβ. κερατιάτικα): «Αντί να βρούμε τους Λαυρέντηδες, πληρώνουμε γαμησιάτικα στην τρόικα». Επίσης, το επίθ. γαμιόλης/-α και η μτχ. γαμημένος/-η δηλώνουν τον ενοχλητικό, τον κακεντρεχή, τον εξευτελισμένο,τον πρόστυχο, τον ανάξιο λόγου: «Η γαμιόλα η Google μετονόμασε σε χάρτη την Κρήτη ως Ottoman crete’», «Στα παπάρια μου ποιος βλέπει ή δεν βλέπει το γαμημένο το προφίλ μου».

Θετική χροιά έχουν τα επίθ. γαμάτος/-η και γαμιστερός/-ή, δηλαδή εξαιρετικός στο είδος του (εξού π.χ. και η ιστοσελίδα για κινηματογραφόφιλους gamato.ning.com), ενώ, όπως συχνά συμβαίνει με τις λέξεις-ταμπού, ακόμη και οι δυσφη¬μιστικοί όροι, υπό συγκεκριμένες επικοινωνιακές περιστάσεις, κυρίως όταν οι συνομιλιακές σχέσεις των συμμετεχόντων είναι οικείες και το πλαίσιο ανεπίσημο, μπορούν να χρησιμοποιηθούν με θετική χροιά, ως δείκτες οικειότητας (Άντε ρε γαμιόλη, σή¬κωσε το γαμωτηλέφωνό σου, επιτέλους!). Μάλιστα, δεν αποκλείεται και η εμφάνισή τους στη δημόσια σφαίρα σε κειμενικά είδη, όπως τα οπαδικά συνθήματα («Σήκωσέ το, το γαμημένο, δεν μπορώ, δεν μπορώ να περιμένω», βλ. και σελ. 305-308).

Κλείνοντας, ένα συνολικό σχόλιο σε ό,τι αφορά αυτό το πολυ-ρήμα της Ν.Ε., είναι ότι ο γλωσσικός σεξισμός, που σχολιάσαμε νωρίτερα, με αφορμή τις κυριο¬λεκτικές χρήσεις του, απηχείται και σε μεταφορικό επίπεδο: οι συσχετισμένοι με το αρσ. τύποι της ενεργητικής φωνής παράγουν «θετικές» σημασίες, π.χ. γαμάει και δέρνει, γάμησα, είναι και γαμώ τα παιδιά, σε αντίθεση με τους συνυφασμένους με το θηλυκό παθητικούς, λ.χ. γαμήθηκα στη δουλειά, γαμιέσαι, άντε γαμήσου (π.χ. ποτέ δεν θα λέγαμε άντε γάμά!). Έτσι το δίπολο ενεργητικό/παθητικό του κυριο¬λεκτικού επιπέδου μετασχηματίζεται σε θετικό/αρνητικό σε μεταφορικό»

piperi-sto-stoma-1Η Μαρία Καμηλάκη είναι δρ Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και εργάζεται στη Μπενάκειο Βιβλιοθήκη της Βουλής των Ελλήνων.

Η Γεωργία Κατσούδα είναι δρ Γλωσσολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών και είναι ερευνήτρια Β΄βαθμίδας στο ΚΕΝΔΙ-ΙΛΝΕ της Ακαδημίας Αθηνών.
Η Μαρία Βραχιονίδου είναι δρ Λαογραφίας του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων και εργάζεται στο ΚΕΝΔΙ-ΙΛΝΕ της Ακαδημίας Αθηνών.

Η μελέτη Πιπέρι στο στόμα! καλύπτει ένα κενό στην περιορισμένη σχετική βιβλιογραφία στην Ελλάδα. Για τους επιστήμονες της γλωσσολογίας και της λεξικογραφίας θα αποτελέσει έργο αναφοράς, στον βαθμό μάλιστα που οι τρεις γλωσσολόγοι συντάκτριες του τόμου συνδυάζουν ποικίλες ειδικότητες και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα της γλωσσολογικής έρευνας. Τα ενδιαφέροντα της Μαρίας Καμηλάκη εστιάζονται στην κοινωνιογλωσσολογία και στην πραγματολογία. Η Γεωργία Κατσούδα, ερευνήτρια Β' στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων και Ιδιωμάτων της Ακαδημίας Αθηνών, ειδικεύεται στη διαλεκτολογία και στη διαλεκτική λεξικογραφία. Η Μαρία Βραχιονίδου, η οποία εργάζεται επίσης στο Κέντρον Ερεύνης των Νεοελληνικών Διαλέκτων, είναι και λαογράφος, με ενδιαφέρον για τη διασύνδεση της διαλεκτολογίας με θέματα κοινωνικού φύλου, τροφής και αφήγησης.

Αποθησαυρίζουν πλούσιο γλωσσικό υλικό από ποικίλες έντυπες και προφορικές πηγές, αξιοποιούν διαλεκτικό υλικό, καταγράφουν ενδιαφέρουσες ετυμολογήσεις των λέξεων-ταμπού που αποκαλύπτουν τη διαδρομή και τις μεταβολές της σημασίας τους στη διάρκεια της Ιστορίας. Πυκνή σε βιβλιογραφικές παραπομπές, κυρίως στην αγγλόφωνη βιβλιογραφία, και διάστικτη με διεθνείς όρους της γλωσσολογίας, η μελέτη απαιτεί την υπομονή του μέσου αναγνώστη προκειμένου να οικειοποιηθεί το τεχνικό λεξιλόγιο και τις έννοιες της γλωσσολογικής επιστήμης για να προσπελάσει τον πληροφοριακό πλούτο του τόμου. Οπωσδήποτε η γνώση που αποκομίζει ο επίμονος αναγνώστης ανταμείβει τον μόχθο που καταβλήθηκε.

Το βιβλίο προλογίζει ο Θανάσης Νάκας, Καθηγητής Γλωσσολογίας του Π.Τ.Δ.Ε. του Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ το εξώφυλλο έχει φιλοτεχνήσει ο σκιτσογράφος Μιχάλης Κουντούρης.

Τίτλος: Πιπέρι στο στόμα!
Υπότιτλος: Οψεις των λέξεων-ταμπού στη Νέα Ελληνική
Συγγραφείς: Μαρία Καμηλάκη, Γεωργία Κατσούδα, Μαρία Βραχιονίδου
Πρόλογος: Θανάσης Νάκας
Εκδόσεις: Καλλιγράφος

logo-3d-small