Στο αυτί της αλεπούς

sto-afti-tis-alepous-1Οι ιστορίες τριών γυναικών.
Η περιπέτεια μιας οικογένειας.
Η Ελλάδα στις φωτιές και τις στάχτες του 20ού αιώνα.

Η Αννέζω γεννά τον Σταυρή. Ο Σταυρής αποκτά μια κόρη, την Άννα. Η Άννα μεγαλώνει ένα έκθετο κοριτσάκι, την Αριάδνη. Οι ζωές τους, γεμάτες περιπέτειες και ανατροπές, καλύπτουν μια χρονική περίοδο από το 1900 ως τις μέρες μας. Από τους Συμιακούς σφουγγαράδες και τον Έφηβο των Αντικυθήρων στο δουλεμπόριο των δυτών.

Από το αρχοντικό της Ύδρας στις φτωχογειτονιές της Δραπετσώνας, όπου θα βιώσουν την ακραία εκμετάλλευση και ταπείνωση. Από τον Βομβαρδισμένο Πειραιά του '41 στη μικροαστική Κυψέλη. Από την ωραία Ναύπακτο και τον Κύριο Ντίκενς στις διαδηλώσεις της Αθήνας του 2010.

Ένα πανόραμα της Ελλάδας του 20ού αιώνα και των γεγονότων που σημάδεψαν τον τόπο και τους ανθρώπους. Πρόσωπα υπαρκτά εμπλέκονται και συνοδοιπορούν με άλλα, μυθιστορηματικά. Σημαντικές στιγμές της Ιστορίας, που διαμόρφωσαν και καθόρισαν τη ζωή των ηρώων, με τη μνήμη -συλλογική και ατομική- να πλαισιώνει τον μικρόκοσμό τους.

Απόσπασμα από το βιβλίο

1908 Ύδρα

Την είχε φέρει ο πατέρας της, δωδεκάχρονο κορίτσι τότε, το 1904, λεπτοκαμωμένη αλλά γερή, με μια χοντρή κοτσίδα στεφάνι στα μαλλιά, μαζί μ’ ένα φόρτωμα καρπούζια από την απέναντι ενδοχώρα.
Πρώτη φορά έβλεπε θάλασσα η Αννέζω, πρώτη φορά έμπαινε σε καΐκι, ο τρόμος της βουνό, τα νύχια της είχαν μπηχτεί στο σανίδι όπου καθόταν.
sto-afti-tis-alepous-2Το μελτέμι είχε φρεσκάρει, ο καιρός τους έβρισκε στη μάσκα, το καΐκι σκαμπανέβαζε, ριπές από τα κύματα την έβρεχαν, προσευχόταν διαρκώς από μέσα της, ατέλειωτο της φάνηκε το ταξίδι.
Όταν έφτασαν στο λιμάνι της Ύδρας, έδεσαν τις πριμάτσες και βγήκε, τα πόδια της έτρεμαν, αλλού πατούσε κι αλλού στεκόταν.
Ο πατέρας της βρήκε κάποιον μ’ ένα καρότσι, φόρτωσε οχτώ καλά καρπούζια, και ξεκίνησαν για το σπίτι του καπτάν Γιώργη, κοντά στην εκκλησία της Παναγίας.
Έκαναν το γύρο του σπιτιού, που ξεχώριζε με τις ωραίες καμάρες του και την τεράστια άγκυρα στην είσοδό του, και βρέθηκαν στην πίσω πλευρά, εκεί που παρέδιδαν οι έμποροι τρόφιμα και πραμάτειες.
Ο πατέρας της είχε πάρε δώσε με τον καπτάν Γιώργη, του προμήθευε ζαρζαβατικά και φρούτα, το νησί άνυδρο και με φτενό χώμα, μόνο συκιές, φραγκοσυκιές κι αμυγδαλιές άντεχε.
Είχε συνεννοηθεί μαζί του να φέρει τη δωδεκάχρονη κόρη του να εργαστεί στο σπίτι, ήταν γερή, δουλευταρού, κι ήξερε από παιδιά, αφού είχε μεγαλώσει τα τέσσερα μικρότερα αδέλφια της, όπως ήταν η συνήθεια τότε. Η μάνα δούλευε στα μποστάνια με τους γιους της, ενώ η μεγαλύτερη κόρη κρατούσε σπίτι και παιδιά, κι όταν έφτανε στην ηλικία των δώδεκα, έφευγε παρακόρη στα πλουσιόσπιτα των απέναντι νησιών, κι έπαιρνε τη θέση της η αμέσως επόμενη αδελφή.
Την Αννέζω παρέλαβε, μαζί με τα καρπούζια, η Μπίλιω, μαγείρισσα και δερβέναγας του αρχοντικού. Την έψαξε για ψείρες στα μαλλιά, εξέτασε χέρια και πόδια μην είχε έλκη ή κακά σπυριά, κι αφού κούνησε ικανοποιημένη το κεφάλι της, την έβαλε στην κουζίνα.
Η Αννέζω θαύμασε το τεράστιο δωμάτιο, με τέσσερις πυροστιές ήδη αναμμένες, ένα μακρόστενο τραπέζι που πάνω του είχε δυο πουλερικά για μάδημα, τσιγκέλια γύρω γύρω απ’ όπου κρέμονταν πλεξίδες σκόρδων και κρεμμυδιών, μια καλαθούνα τίγκα στις πατάτες και μια νταμιτζάνα με λάδι.
Η μαγείρισσα της είπε να συγυριστεί, να στρώσει το φουστάνι της, για να την πάει στην κυρά τους.
Ανέβηκαν μια σκάλα που γυάλιζε από πάστρα, διέσχισαν έναν μακρύ διάδρομο που είχε πολλά δωμάτια δεξιά κι αριστερά –από κάπου έρχονταν παιδικές φωνές–κι έφτασαν σε μια κλειστή πόρτα.
Η μαγείρισσα χτύπησε διακριτικά, και μόλις άκουσε «Ναι, ποιος είναι;» άνοιξε και μπήκαν σε μια ωραία τραπεζαρία.
sto-afti-tis-alepous-4Η Αννέζω έμεινε να κοιτάζει έκθαμβη το τεράστιο δρύινο τραπέζι, έναν καθρέφτη που έφτανε ως το ταβάνι, ένα ρολόι-
έπιπλο που το εκκρεμές του χτυπούσε τικ-τακ κι έκανε μικρά δρομολόγια –αυτό της έκανε τη μεγαλύτερη εντύπωση, και στα κατοπινά χρόνια δε θα έπαυε να στέκεται μπροστά του και να το θαυμάζει–, έναν ωραίο πολυέλαιο με βεραμάν οπαλίνα και θέσεις για κεριά γύρω από το στεφάνι του, και βέβαια την κυρά, τη Βγενιά, καθισμένη σε μια πολυθρόνα κουνιστή, με την κοιλιά στο στόμα, μιας και περίμενε το πέμπτο της παιδί. Φορούσε ένα γκρενά φαρδύ φόρεμα με άσπρο γιακαδάκι κεντητό, κι είχε μαζεμένα τα μαλλιά της.
Η μαγείρισσα της είπε ότι ήταν η παρακόρη που περίμεναν, και πισωπατώντας έφυγε από το δωμάτιο.
Η κυρά τη ρώτησε αν ήξερε από παιδιά, κι η Αννέζω κούνησε νευρικά το κεφάλι της «ναι, ναι». Η Βγενιά της εξήγησε ότι θα βοηθούσε τη μαγείρισσα και τη γυναίκα που κρατούσε το νοικοκυριό και τα παιδιά, χωρίς όμως να της αποκαλύψει ότι η τελευταία ήταν από την Μπαρμπαριά. Έτσι, όταν αργότερα η Αννέζω συνάντησε στην κουζίνα μια μαύρη με κελεμπία, κόντεψε να το βάλει στα πόδια από την τρομάρα της.
Η Σαγίντα –Σαΐτα τη φώναζαν τα παιδιά του σπιτιού, αρνούμενα να υποταχτούν στη σωστή προφορά του ονόματος, χάριν παιχνιδιού– είχε έρθει στο νησί ακολουθώντας τον αδελφό της, που επίσης δούλευε για τον καπτάν Γιώργη στις αποθήκες σφουγγαριών.
Ήταν σχεδόν παράδοση στο νησί να φέρνουν βοηθητικό προσωπικό από την Μπαρμπαριά, κι ίσως αυτό εξηγούσε ως ένα βαθμό την πληθώρα παραδόσεων και μύθων που είχαν πρωταγωνιστή το φάντασμα του Αράπη. Του Αράπη που τρώει καρπούζι και φτύνει τα κουκούτσια, του Αράπη που σέρνει τις αλυσίδες του στα υπόγεια ή αρπάζει τ’ άτακτα παιδιά. Έλεγαν πως σε πολλά σπίτια ακούγονταν τις νύχτες κλάματα και ξένες λέξεις ακατανόητες, γι’ αυτό κι όταν οι κάτοικοι πουλούσαν κάποιο σπίτι, ενημέρωναν τον μελλοντικό αγοραστή και για το στοιχειό του σπιτιού, που, σημειωτέον, ήταν σχεδόν πάντα καλό, προστασίας πνεύμα.
Η Αννέζω πάντως χρειάστηκε μερικές μέρες για να εξοικειωθεί με την παρουσία της Σαγίντας, η οποία σιωπηλή και ήσυχη έκανε τη δουλειά της, κι ασχολιόταν κυρίως με τα παιδιά, που τη λάτρευαν γιατί τους έκανε όλα τα χατίρια. Ήταν μια πολύ άξια γυναίκα, κι όσο νωρίς κι αν σηκωνόταν η Αννέζω, την έβρισκε ξύπνια, να έχει ήδη τακτοποιήσει την τραπεζαρία, τις αυλές και την κουζίνα, ώστε να μπορέσει να καταπιαστεί με τη φροντίδα των παιδιών.
sto-afti-tis-alepous-5Ανάσα δεν έπαιρνε η Αννέζω από τα χαράματα μέχρι τη βαθιά νύχτα, πότε να βοηθάει την Μπίλιω στην κουζίνα, πότε να τρέχει πίσω από τη Σαγίντα να ντύσουν, να ταΐσουν και να κουμαντάρουν τέσσερα παιδιά από δύο ως δέκα χρονών, που έπρεπε να είναι καθαρά και νοικοκυρεμένα, όχι σαν τ’ αδέλφια της, που γυρνούσαν ξυπόλυτα και με μπαλωμένα ρούχα.
Ήταν το κορίτσι για όλες τις δουλειές. Καθάριζε λόφους από πατάτες, βοηθούσε στο ζύμωμα και στο φούρνισμα του ψωμιού δυο φορές τη βδομάδα –τόσοι νοματαίοι, εννιά στο σπίτι, χώρια οι περαστικοί μουσαφίρηδες–, μπουγάδα κάθε μέρα, μαγείρεμα δυο φορές τη μέρα, αέρισμα και στρώσιμο κρεβατιών, θελήματα έξω από το σπίτι, να φέρει σε καλαθάκι τ’ αυγά, και τα κρύα σύκα όταν ήταν η εποχή τους, να πεταχτεί γρήγορα στον μπακάλη ν’ αγοράσει κάτι που έλειψε ξαφνικά, να γυρίσει τις ντομάτες που ήταν απλωμένες να στεγνώσουν για να κάνουν σπιτικό πελτέ, να καθαρίσει το κλουβί του καναρινιού, να ποτίσει φειδωλά με το πολύτιμο νερό της στέρνας– «Μη σκορπάς το νερό, μη σκορπάς το νερό», της έλεγε διαρκώς η Μπίλιω, με το μάτι της άγρυπνο πάντα πάνω της– τα φούλια, τις καμέλιες και τις γαρδένιες –μόνο λευκά λουλούδια στο νησί, από μια παράξενη παράδοση–, να σκαλίσει το χώμα της γλάστρας μ’ ένα κουτάλι, να κάνει τα χατίρια του Σπύρου, του μικρότερου παιδιού, που ήταν η αδυναμία της κι όλο ήθελε να παίζει μαζί της.
Το βράδυ άπλωνε ένα στρώμα στο πέτρινο πεζούλι μέσα στην κουζίνα, το προτιμούσε από το να κοιμάται στον ίδιο χώρο με τη Σαγίντα, τη φοβόταν, ό,τι κι αν της έλεγε η μαγείρισσα, πως ήταν καλός άνθρωπος κι ας είχε σκούρο δέρμα.
sto-afti-tis-alepous-3Ήταν ωραία εκεί, στην κουζίνα, είχε δροσιά και ησυχία, και λίγο πριν κοιμηθεί κατάκοπη, σκεφτόταν με μελαγχολία τις απλωσιές του τόπου της, τις πρασινάδες του μποστανιού τους, την ανεξαρτησία της, γιατί ήταν αφέντρα και κυρά στο σπίτι της, κι ας είχε τη φροντίδα των αδελφών της.
Όταν είχαν περάσει τέσσερα χρόνια κι η Αννέζω ήταν πια δεκάξι ετών, στη νοσταλγία είχε προστεθεί και κάτι άλλο, περίεργο. Μια ανησυχία την έπιανε λίγο πριν τη δύση του ήλιου και την έκανε να βρίσκει προφάσεις και να παίρνει
τους δρόμους.
Ανέβαινε βιαστική τα καλντερίμια, λες και κάποιος την κυνηγούσε, κι έφτανε σ’ ένα ύψωμα απ’ όπου έβλεπε τα σπίτια από ψηλά. Το καλοκαίρι οι πέτρες είχαν πυρώσει, οι καλαμιές έτριζαν σαν να ’χαν πάρει φωτιά, μετρούσε τα καμπαναριά των εκκλησιών που ξεχώριζαν, και μια λαχτάρα για κάτι ανείπωτο την έπνιγε. Άγγιζε τότε τις σκονισμένες φραγκοσυκιές και τρυπούσε τα δάχτυλά της, να πονέσει, να συνέλθει, να μπορέσει να γυρίσει –πιπιλώντας το αίμα, που είχε γεύση σίδερου– στη φυλακή της.
Τα μάτια της τώρα έβλεπαν τους άντρες αλλιώς. Παρατηρούσε όσους έρχονταν να φέρουν προμήθειες στο σπίτι, μπακαλόπαιδα ή χωριάτες που κουβαλούσαν τα απαραίτητα ξύλα για το φούρνο, κοίταζε τους περαστικούς με προσοχή, αν ήταν ψηλοί, αν ήταν όμορφοι, τον άνθρωπο που καθάριζε τις στέρνες, το βοσκό που έφερνε φουσκί για τα λουλούδια, τον ψαρά που τους προμήθευε μπακαλιάρους και σκορπίνες για τη σούπα των παιδιών, ακόμα και το διάκο στην εκκλησία πρόσεχε, που είχε ωραία μάτια.
Η Μπίλιω, που δεν της ξέφευγε τίποτα, την προειδοποίησε να μείνει μακριά από έρωτες κι αγάπες, που μόνο μπελάδες φέρνουνε. Να περιμένει να της βρει ο κύριός τους ένα καλό παιδί και να την παντρέψει όταν θα’ρχόταν η ώρα.
Είχε ακόμα καιρό όμως, της είχε πει αυστηρά.

sto-afti-tis-alepous-fakinouΗ Ευγενία Φακίνου γεννήθηκε το 1945 στην Αλεξάνδρεια. Είναι σύζυγος του δημοσιογράφου και συγγραφέα Μιχάλη Φακίνου. Μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε γραφικές τέχνες, κουκλοθέατρο και ξεναγός. Εργάστηκε και σταδιοδρόμησε για μερικά χρόνια σε περιοδικό ως γραφίστρια. Ασχολήθηκε ιδιαίτερα με την παιδική λογοτεχνία και με το παιδικό θέατρο.
Στο τέλος του 1975, δημιούργησε το αντικειμενοθέατρο ή κουκλοθέατρο Ντενεκεδούπολη αρχικά στο Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας στην Κυψέλη και στην συνέχεια στο Θέατρο Στοά στου Ζωγράφου (οδός Μπισκίνη 55) με κούκλες από ντενεκεδένια κουτιά παρουσιάζοντας έργα της σε μουσική του μεγάλου Γιάννη Μαρκόπουλου. Την Κυριακή των Βαΐων του 1982 δόθηκαν οι 2 τελευταίες παραστάσεις του έργου Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου και το αντικειμενοθέατρο Ντενεκεδούπολη τερμάτισε οριστικά τη λειτουργία του, καθώς η Φακίνου δεν μπορούσε να γράψει άλλο καινούριο έργο. Σήμερα τα ντενεκεδάκια και τα άλλα αντικείμενα που χρησιμοποιούνταν στις παραστάσεις του αντικειμενοθεάτρου Ντενεκεδούπολη εκτίθενται στο Θεατρικό Μουσείο. Έχει γράψει και έχει εικονογραφήσει πολλά παιδικά βιβλία Ελληνάκια, Ντενεκεδούπολη, Ξύπνα Ντενεκεδούπολη, Κουρδιστάν, Το μεγάλο ταξίδι του Μελένιου, Μια μικρή καλοκαιρινή ιστορία, κ.ά..
Το 1982 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, την Αστραδενή. Τα μυθιστορήματά της έχουν μεταφραστεί και κυκλοφορούν στα γερμανικά, αγγλικά, ρωσικά, ουγγρικά, δανέζικα, γαλλικά, ολλανδικά, ιταλικά και σερβικά. Το 2005 τιμήθηκε με το Βραβείο Αναγνωστών (Εθνικό Κέντρο Βιβλίου – Σκάι 100,3) για το μυθιστόρημά της «Η μέθοδος της Ορλεάνης» και το 2008 με το Κρατικό Βραβείο Διηγήματος για τη συλλογή διηγημάτων «Φιλοδοξίες κήπου». Έγραψε κυρίως μυθιστορήματα με τα θέματά της να είναι εμπνευσμένα από την κοινωνική πραγματικότητα και από τα υπάρχοντα προβλήματα. Τα έργα της έχουν μεταφραστεί και έχουν κυκλοφορήσει σε πολλές γλώσσες (γερμανικά, ρωσικά, αγγλικά, γαλλικά, ουγγρικά, δανέζικα, ιταλικά, ολλανδικά και σερβικά). Το 2001 ανέβηκε με πολλή μεγάλη επιτυχία σε θεατρική διασκευή του Δημήτρη Μουρίκιου και με πρωταγωνίστρια την Αλέκα Παϊζή το έργο της «Το έβδομο ρούχο».
Η Ευγενία Φακίνου ζει στην Αθήνα.

Τίτλος: Στο αυτί της αλεπούς

Συγγραφέας: Ευγενία Φακίνου
Εκδότης: Εκδόσεις Καστανιώτη
Φωτογραφικό υλικό: hydra-hydrea-hydroussa-history.blogspot.gr

logo-3d-small