Μιλώντας με τους Ήρωες του 1821

milontas-me-tous-hroes-tou-1821Το βιβλίο δίνει στη νέα γενιά -και όχι μόνο- ολοζώντανη την Επανάσταση του 1821.

Μέσω του γνωστού πλέον ευρήματος, της "Πόρτας του Χρόνου και της Ιστορίας", ο αναγνώστης ζει σε πρώτο πρόσωπο τα γεγονότα που ιστορούνται, καθώς μεταφέρονται στο σήμερα σημαντικές περίοδοι της ιστορίας, μετατρέποντας τη γνώση σε απόλαυση.

Έτσι, η ιστορία γίνεται "βίωμα" και προσεγγίζεται με την ευχαρίστηση που δίνει η ανάγνωση ενός καλού λογοτεχνικού έργου. Με τη διαφορά ότι το συγκεκριμένο έργο, βασίζεται στην ιστορική πραγματικότητα.

Το βιβλίο "Μιλώντας με τους ήρωες του 1821", παρακολουθεί την Επανάσταση από τα πρώτα της βήματα, ιστορώντας με σεβασμό τις δυσκολίες που προέκυψαν, τις μεγάλες νίκες αλλά και τις ήττες, τις απογοητεύσεις και τη δύναμη της θέλησης των οπλαρχηγών και του λαού, τις διχόνοιες, τις αντιδράσεις των ξένων δυνάμεων, αλλά και το ψυχικό μεγαλείο εκείνων που τόλμησαν να σηκώσουν το ανάστημά τους απέναντι στην Οθωμανική Αυτοκρατορία.

Αναδεικνύονται τα άθλα των εθνικών μας ηρώων, που χάρη στον πρωταγωνιστή του βιβλίου, τον Νικόλα, γίνονται τόσο οικείοι στον αναγνώστη, ώστε να του μείνουν αλησμόνητοι.

Το βιβλίο "Μιλώντας με τους ήρωες του 1821", είναι το τρίτο της ιστορικής σειράς "Η Πόρτα του Χρόνου και της Ιστορίας", μετά από το "Κωνσταντίνος Παλαιολόγος" και το "Στα χνάρια των Φιλικών", με τα οποία η συγγραφέας κάνει την ιστορία προσιτή και αγαπητή σε όλους.

Αποσπάσματα

Kolokotronis… «Όλοι τούτοι», και δείχνει τον Σέκερη, «με φωνάζουν Καπετάνιο μπροστά μου και Γέρο πίσω μου. Εσύ, αν θέλεις, λέγε με “Παππούλη”. Άλλωστε, εγγόνι μου είσαι κι εγώ έχω το δικαίωμα ν’ ακούσω αυτή τη γλυκιά λέξη έστω για μια φορά στη ζωή μου».
«Παππούλη!» κάνει ξαφνιασμένος ο Νικόλας. «Αλήθεια; Μπορώ; Έχω το δικαίωμα και την τιμή να αποκαλώ Παππούλη τον Κολοκοτρώνη!»
«Το δικαίωμα, όπως το λες, το ’χεις από τη γενιά σου. Ελληνόπουλο δεν είσαι; Ε, λοιπόν, είσαι εγγόνι μου. Και μην τολμήσεις να με πεις αλλιώς γιατί χάθηκες».
Και μεμιάς, «παππούς», «εγγονός» και Σέκερης βρίσκονται σφιχταγκαλιασμένοι, να γιορτάζουν το σμίξιμο των αιώνων σε μια στιγμή, να πανηγυρίζουν την αιωνιότητα της φυλής και να ονειρεύονται τη συνέχεια της ζωής και της ιστορίας. Και όταν χορταίνουν οι ψυχές τους, κάθονται όλοι μαζί στον χαμηλό σοφά και αρχίζουν μια μακριά συζήτηση.
Ο Σέκερης ρωτά τον Γέρο για το ταξίδι του, για το πως νιώθει που ξαναβρίσκεται στον Μοριά και κυρίως τι γίνεται με τις προετοιμασίες. Εκείνος κουνάει το κεφάλι του, μένει για λίγο συλλογισμένος κι ύστερα απαντά χαμογελώντας.
«Ρωτάς πώς νιώθω; Πού να βρω λόγια να σου το πω, γιε μου; Να, σαν να ’φυγε ένας βράχος που πλάκωνε τα στήθια μου και για πρώτη φορά από τότε που ένιωσα τον κόσμο να μπορώ να ανασαίνω λεύτερα. Όσο για το ταξίδι μου, ούτε που θυμάμαι πώς ήταν. Μάλλον έφτασα πετώντας όταν πήρα την ειδοποίηση να γυρίσω πίσω».

Athanasios Diakos… «Μια σφαίρα βρίσκει τον αδελφό του, τον Δήμο και τον ξαπλώνει νεκρό. Ο Διάκος τρέχει κοντά του, βάζει οχύρωμα το άψυχο κορμί του αδερφού του και μάχεται με μανία, πυροβολώντας ταυτόχρονα με το τουφέκι και με την πιστόλα του. Κάποια στιγμή ο Νικόλας βλέπει με φρίκη το τουφέκι του να κοκκινίζει από το πύρωμα και να αχρηστεύεται. Το ίδιο συμβαίνει σε λίγο και με την πιστόλα του. Τα πετάει μακριά, σέρνει το σπαθί του και συνεχίζει.
Μια σφαίρα όμως, σπάζει το σπαθί, ενώ μια δεύτερη, τον βρίσκει στον ώμο και τον τσακίζει. Με το ένα του χέρι άχρηστο και άοπλος πια, πέφτει στα χέρια των αντιπάλων του, που τον αρπάζουν και τον οδηγούν στον Βρυώνη. Τα πόδια του δεν τον κρατούν, μα η περηφάνια του δεν του επιτρέπει να λυγίσει. Δαγκώνει τα χείλη και προχωρά μέχρι το αρχηγείο του Πασά.
«Εσύ ’σαι ο Διάκος;» ρωτά εκείνος με θαυμασμό, που μάταια προσπαθεί να κρύψει.
«Εγώ», του αποκρίνεται μονολεκτικά, ορθώνοντας το κορμί του.
«Και τι σας έπιασε, ορέ, και πήρατε τ’ άρματα;» «Τη λευτεριά μας γυρεύουμε, Πασά, γι’ αυτήν πολεμάμε». «Είσαι παλικάρι, ορέ Διάκο, μα θα χαθείς ανώφελα. Παράτα τα κι έλα μαζί μας. Γίνε Τούρκος, μπρε, και ό,τι γυρέψεις είναι δικό σου».
Ο Διάκος τον κοιτάζει ανέκφραστος για λίγο κι ύστερα του απαντά ήρεμα:
«Ούτε εγώ το θέλω ούτε εσένα ωφελεί να σε δουλέψω. Εγώ Έλληνας γεννήθηκα κι Έλληνας θα πεθάνω. Κάμε λοιπόν ό,τι νομίζεις και μη χάνεις τον χρόνο σου». Ο Ομέρ, τον κοιτάζει αμίλητος. Τον θαυμάζει. Φαίνεται στο βλέμμα του, μα δεν τολμά να του φερθεί ανάλογα για να μην τον κατηγορήσουν οι δικοί του.
Και προφανώς, για να βγάλει την ευθύνη από πάνω του, τον στέλνει στον Κιοσέ Μεχμέτ, που και εκείνος προσπαθεί να τον πείσει να προσκυνήσει. Έμπειροι στρατιωτικοί και οι δύο, γνωρίζουν πολύ καλά την εντύπωση που θα δημιουργούσε μια λιποταξία του Διάκου. Είναι ξακουσμένος, σπουδαίος ανάμεσα στους Ρωμιούς και θα ήταν μεγάλη επιτυχία για τους σκοπούς τους αν γινόταν δικός τους.
Και οι δικές του όμως προτάσεις, έχουν την ίδια αντιμετώπιση από τον Διάκο, που χάνοντας την υπομονή του, ξεσπά με θυμό στα ταξίματά του:
«Να πάτε να χαθείτε κι εσείς και η πίστη σας! Γεννήθηκα Έλληνας, το ξαναείπα, κι Έλληνας θα πεθάνω». Ο Νικόλας που παρακολουθεί με πιασμένη την ανάσα, όλη αυτή την περιπέτεια, ανατριχιάζει σύγκορμος με την αντίδραση του ήρωα, γιατί νιώθει ότι με τα λόγια του υπέγραψε τη θανατική του καταδίκη.
Ο Κιοσέ Μεχμέτ καλεί τον σεΐζη του (ιπποκόμο-υπηρέτη) και του λέει:
«Πάρ’ τονε, ορέ, τον γκιαούρη (άπιστο) και ρίχ’ τονε στα σίδερα».

Papaflessas… «Κάποτε οι κρότοι σταματούν. Οι μόνοι ήχοι που ακούγονται πια είναι το λαχάνιασμα των ζωντανών, οι κραυγές των τραυματισμένων και οι σάλπιγγες που δίνουν το σήμα του τέλους της μάχης. Μιας μάχης που στοίχισε χίλιους διακόσιους νεκρούς στον Ιμπραήμ και οχτακόσιους στους Έλληνες. Ανάμεσά τους και ο ίδιος ο Παπαφλέσσας, που έπεσε με το σπαθί στο χέρι. Είναι 20 Μαΐου του 1825. Καρδιά της άνοιξης και η φύση έχει τους δικούς της κανόνες. Ένα δροσερό αεράκι παίρνει μακριά τους καπνούς, δροσίζει τα φλογισμένα πρόσωπα των ζωντανών και χαϊδεύει τα δέντρα που φουρφουρίζουν ειρηνικά. Και ανάμεσα στη φρίκη και την ηρεμία, ο νικητής Ιμπραήμ πλησιάζει το ταμπούρι του αντιπάλου του αναζητώντας το άψυχο σώμα του. Το βρίσκουν, μα χωρίς το κεφάλι του, που έχει αποκοπεί. Διατάζει να το βρουν, να το πλύνουν και να το τοποθετήσουν στη θέση του. Και όταν οι εντολές του εκτελούνται, πλησιάζει, στέκεται μπροστά στον νεκρό αντίπαλό του και παρατηρεί εντυπωσιασμένος το «ολοζώντανο» πρόσωπο με τα ολάνοιχτα μάτια, τα σφιγμένα χείλη και την τρομαχτική αποφασιστικότητα που εκπέμπει η έκφρασή του. Λένε ότι αφού έμεινε για κάμποσο ακίνητος, πλησίασε, έσκυψε και ασπάστηκε τον νεκρό».

… «Γεώργιε, θα ζήσει;»
karaiskakisΟ Σέκερης τον αγκαλιάζει στοργικά και αναλαμβάνει και πάλι τον άχαρο ρόλο να του πει πικρές αλήθειες. «Όχι, Νικόλα μου. Ο ανυπότακτος Καραϊσκάκης, ανήμερα της γιορτής του, έχασε τη σπουδαιότερη μάχη της ζωής του. Τη μάχη για τη δική του ζωή. Αυτή η απώλεια, μας καταρράκωσε όλους και περισσότερο τον Κολοκοτρώνη, που τον πίστευε, τον προστάτευε και τον αγαπούσε παρ’ όλες του τις ιδιορρυθμίες και τα ξεσπάσματα. Μου είπαν ότι μόλις πληροφορήθηκε το θλιβερό νέο για τον θάνατο του αγαπημένου του Γιωργή, έπεσε καταγής, σταύρωσε τα πόδια οκλαδόν, έλυσε τα μαλλιά του και τον μοιρολογούσε κλαίγοντας μέχρι την άλλη μέρα τα χαράματα. Κάποιος από τους άντρες του πλησίασε και του είπε: “Φτάνει, Καπετάνιε μου! Ούτε το παιδί σου δεν έκλαψες έτσι!” Και ο Κολοκοτρώνης τού απάντησε: “Τότε έκλαιγα το παιδί μου. Τώρα κλαίω την Πατρίδα”».

... «Κι έτσι, Νικόλα μου, μετά από θυσίες και ολοκαυτώματα, μετά από δοκιμασίες, που έμοιαζαν αξεπέραστες, που κάποιες στιγμές μάς έκαμψαν, αλλά δεν μας σταμάτησαν, καταφέραμε ώστε “ένας τόπος κι ένας χώρος, να ματαειπωθεί Ελλάς”, όπως λέει ο Μακρυγιάννης. Και τώρα, μπορείς να βάλεις και την Τελεία και την Παύλα που με τόση λαχτάρα επιθυμούσες».
Ο Νικόλας, χαμένος ανάμεσα σε αλληλοσυγκρουόμενα συναισθήματα δεν ξέρει αν χαίρεται ή αν λυπάται. Και μουδιασμένος ρωτά ψιθυριστά: «Και τώρα, Γεώργιε, λέμε αντίο;» Ο νεαρός ήρωας γονατίζει μπροστά του, τον αγκαλιάζει και του λέει με βεβαιότητα:
«Τώρα, πολύτιμε συνταξιδιώτη μου, λέμε Καλή Αντάμωση!» Και χάνεται από τα μάτια του.»

theodora-loufa-tzoannouH Θεοδώρα Λούφα – Τζοάννου γεννήθηκε στην Κουκουνάρα Πυλίας Μεσσηνίας, τελείωσε το Λύκειο της Πύλου και είναι πτυχιούχος του Παντείου Πανεπιστημίου Κοινωνικών  και Πολιτικών Επιστημών,  της Σχολής Δημοσιογραφίας και Δημοσίων Σχέσεων και του Μετεκπαιδευτικού Κέντρου Ελευθέρων Δημοσιολογικών Σπουδών και Ερευνών.
Ζει στην Αθήνα και είναι σύζυγος του δημοσιογράφου Αχιλλέα Τζοάννου.
Εργάστηκε επί σειρά ετών στις Διεθνείς Σχέσεις του υπουργείου Εθνικής Παιδείας και Θρησκευμάτων και στο περιοδικό «ΟΞΥΓΟΝΟ» ως υπεύθυνη των περιβαλλοντικών σελίδων. Διετέλεσε Γενική Γραμματέας του Οργανισμού Παιδικών και Εφηβικών Βιβλιοθηκών και είναι μέλος της Εθνικής Εταιρείας Ελλήνων Λογοτεχνών και του Κύκλου Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου.
Οι  εμπειρίες που αποκόμισε από τις επαγγελματικές της ασχολίες, ήταν η αφορμή για την δημιουργία της κοινωνικής σειράς των βιβλίων «Ιβάν και  Πρίγκιπας», καθώς μέσω αυτών βίωσε τόσο  τα προβλήματα των προσφύγων  όσο και εκείνα του περιβάλλοντος και των σοβαρών κινδύνων που το απειλούν.
Με το πρώτο βιβλίο της κοινωνικής σειράς «Ιβάν και Πρίγκιπας», με τον ομώνυμο τίτλο, η συγγραφέας καταδεικνύει δύο σύγχρονες πληγές της κοινωνίας μας: Τον ρατσισμό και την ξενοφοβία και παράλληλα υπενθυμίζει την ευθύνη όλων μας απέναντι στο περιβάλλον και στα πλάσματά του.
Το δεύτερο βιβλίο της σειράς, με τίτλο «Η Μεγάλη Αναμέτρηση», καταγράφει και αντιμάχεται δύο ακόμα κοινωνικές πληγές: Τα ναρκωτικά και το εμπόριο ανθρώπων, που αποσαθρώνουν, χωρίς διακρίσεις, τον κοινωνικό ιστό και απειλούν το μέλλον του.
Τα βιβλία της Θεοδώρας Λούφα – Τζοάννου από την ιστορική  σειρά  «Η Πόρτα του Χρόνου και της Ιστορίας», με τίτλους: «Κωνσταντίνος  Παλαιολόγος» (βραβείο Εστίας Νέας Σμύρνης), «Στα Χνάρια των  Φιλικών» και  «Μιλώντας με τους ήρωες του 1821», χάρη στο εύρημα της «Πόρτας», φέρνουν τον αναγνώστη πρόσωπο  με  πρόσωπο  με τους ήρωες που ιστορούν, κερδίζοντας το ενδιαφέρον του από την πρώτη κιόλας σελίδα. Έτσι, η ιστορική γνώση επιτυγχάνεται κατά τρόπο εποικοδομητικό και με την ευχαρίστηση που διαβάζουμε ένα γλαφυρό λογοτεχνικό έργο, βασισμένο όμως απόλυτα στην ιστορική πραγματικότητα.

Τίτλος: Μιλώντας με τους Ήρωες του 1821

Συγγραφέας: Θεοδώρα Λούφα-Τζοάννου
Εικονογράφηση: Εύα Καραντινού
Εκδόσεις: ΑΓΚΥΡΑ

logo-3d-small