Οι αλήθειες των άλλων.

 

alitheies_ton_allon1
Στις σελίδες του μυθιστορήματος  ξετυλίγονται στιγμές μετά την έξοδο των Ελλήνων από την Μικρασία το 1922. Η ιστορία του νεαρού Μεχμέτ και των συγγενών του εστιάζεται στην καθημερινή ζωή τους στις Κυδωνίες, σημερινό Αϊβαλί.

Ο παππούς του, κι ο ίδιος ο Μεχμέτ ανασκουμπώνονται προσπαθώντας να ξαναστήσουν την ζωή τους από την αρχή με τα νέα δεδομένα.Συγγενικά, αγαπημένα πρόσωπα έχουν απομακρυνθεί. H μοναξιά και ο φόβος έχει πια φωλιάσει στις καρδίες των ηρώων μας, ενώ  στη γειτονιά δεν ακούγονται πια τα Ρωμαίικα, ούτε χτυπάνε οι καμπάνες των εκκλησιών.

Στο υπόγειο του σπιτιού τους, φυλάνε 4 μπαούλα γεμάτα από βιβλία, έγγραφα, αρχεία, όλη την ιστορία του Ελληνισμού των Κυδωνιών, ψάχνοντας τρόπο να τα διασώσουν και να τα μεταφέρουν στην Ελλάδα. Μαζί μ' αυτά κι ένα παλιό χειρόγραφο που το περιεχόμενό του ανατρέπει την ηρωική εικόνα του τελευταίου Βυζαντινού αυτοκράτορα, υποστηρίζοντας ότι ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος δεν θυσιάστηκε, αλλά μεταμφιεσμένος έφυγε κρυφά από την Πόλη.

Στην ουσία οι μικροϊστορίες των ηρώων μας, στοιχειοθετούν τη μεγάλη ιστορία του ελληνισμού, καθώς οι προσωπικές ιστορίες είναι αξεδιάλυτα συνυφασμένες με την ιστορία του τόπου και τη διαμόρφωση της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας.

Ποια είναι τελικά η αλήθεια των άλλων? Το συγγραφικό εύρημα για το τέλος του Κωνσταντίνου Παλαιολόγου είναι ο πραγματικός στόχος του συγγραφέα? Η αλήθεια των Ελλήνων ήταν αυτός που τον βοηθάει στο Αϊβαλί, είναι ο Τούρκος Ισμαήλ, άρα μήπως υπονομεύεται?  Μήπως διακυβεύεται η αλήθεια των Εβραίων, όταν αυτός που  σώζει τον ήρωα μας στην Κομοτηνή είναι ο Εβραίος Αμπαχέρ, ή η αλήθεια της σεξουαλικής διαφορετικότητας, η αλήθεια των άλλων στον Εμφύλιο, όταν ο πιο στενός του φίλος, ο Αυγέρης, που ανήκει στο ΕΑΜ προδίδεται από πρόσωπο που πιστεύει στη δική του αλήθεια.

themelis2
Ο ήρωας μας φαίνεται να  βάλλεται από τις αλήθειες των άλλων αλλά παραμένει ήσυχος και ανεπηρέαστος. Τις αναγνωρίζει, τις εκτιμά αλλά δεν φαίνεται να τον επηρεάσουν. Στο τέλος δείχνει την εικόνα ενός βολεμένου στη Γεννάδιο, περιορίζοντας τον εαυτό του σε φύλακα του  μεγάλου μυστικού που έχει σε θυρίδα της τράπεζας, αντιδρώντας στην νέα Αλήθεια και συμβιβάζεται με τα καθιερωμένα χωρίς διάθεση καθόλου για επανάσταση και αλλαγή.
Παρακάτω ακολουθεί ένα μικρό απόσπασμα:
Ο κυρ  Μανόλης ξεκούμπωσε το πρώτο κουμπί του πουκαμίσου του κι έβγαλε το μαντίλι να σκουπίσει τον ίδρο από το πρόσωπο του. Γαλήνιος, ευχαριστημένος. καμάρωνε τον Μεχμέτ,  το πιο πολύτιμο δημιούργημα του, όπως καυχιόταν. Έβγαλε την ταμπακιέρα, πήρε ένα τσιγάρο και άρχισε με αργές κινήσεις να το χτυπά  στην πλάτη της και να ρεμβάζει. Τράβηξε μια ρουφηξιά και τότε σαν να το θυμήθηκε πρόσφερε ένα και στον  εγγονό του γέρνοντας  προς το μέρος  του  όλος αρχοντιά. Ο Μεχμέτ παρακολουθούσε και απολάμβανε έναν παππού κόντευε να ξεχάσει ότι υπήρχε.  Έκανε το τσιγάρο του  και ρώτησε:
"Παππού, μεσημέριασε και το μαγαζί μας περιμένει τι λες, να πηγαίνουμε...;»
Ο κυρ Μανόλης δεν ενοχλήθηκε που άκουγε πρώτη φορά να τον προσφωνεί στον ενικό ο εγγονός του. Είχαν αλλάξει τόσα και τόσα πράγματα εκείνο το καλοκαίρι. Κούνησε το κεφάλι του δείχνοντας ότι συμφωνούσε.
«Πρώτα θα κάνουμε μάθημα, όπως παλιά. Μετά αγάλι-αγάλι θα πάμε στις δουλειές μας».
Ο Μεχμέτ προσπαθούσε να καταλάβει τι συνέβαινε. Να μαντέψει τι ήθελε να του πει ή ίσως και κάτι να του αποκαλύψει.
Ο κυρ Μανόλης έδειξε να δυσανασχετεί προς στιγμή. Αυτά που ένοιωθε, εκείνα που είχε στο μυαλό του πρώτη φορά δυσκολευόταν να πει με τα απλά του λόγια αυτά που ένιωθε, εκείνα που είχε στο μυαλό του. Κοίταζε ανάμεσα στα πόδια το χώμα που πατούσε και σκεφτόταν, σιωπούσε και σκεφτόταν. Άρχισε κάποτε να μίλα αργά:
«Όλοι μας φούντωναν για την πατρίδα. Όμως λέω... πως δεν μπορεί να είναι μόνο η γη μας τα σπίτια που  χτίσαμε, τα χώματα που οργώσαμε και σπείραμε, τα λιόδεντρα και οι γιαλοί μας. Τέτοια πράγματα άψυχα βρίσκεις κι απέναντι στη Μυτιλήνη κι ακόμη παραπέρα».
Σταμάτησε, σκέφτηκε και συνέχισε:
800px-Ayvali
«Το Αϊβαλί —οι Κυδωνιές— ήταν οι άνθρωποι του, η κοινότητα του, τα σινάφια και τα σχολεία του. οι κάθε λογής μαζώξεις, η ζωή μας' δηλαδή ότι διαλέξαμε να ζούμε έτσι κι όχι αλλιώς, η πίστη μας. η γλώσσα  μας. οι συνήθειες μας, οι ιστορίες της γιαγιάς και του νονού σου. Απ’ όσο καταλαβαίνω με τα λίγα γράμματα μου, με της ψυχής και του μυαλού μας τα γεννήματα, πώς να σ' το πω, νιώθαμε όλοι πως είμαστε μια απέραντη οικογένεια, πως είμαστε ένα καράβι και τραβάγαμε καθείς με τις δυνάμεις του λίγο ως πολύ τον ίδιο δρόμο»

Κόμπιασε και ύψωσε τη ματιά στον εγγονό του: Λάθεψα όταν έλεγα, εγώ δεν φεύγω από την πατρίδα μου κι ας γίνει ό,τι θέλει. Πατρίδα, γιε μου, δεν είναι ο τόπος μας, το χώμα τούτο που πατώ, αφού οι Κυδωνίες δεν είναι πια εδώ. Η γης αυτή γίνεται μέρα με την ημέρα πατρίδα Τούρκων φουκαράδων. Η αληθινή πατρίδα μας μίσεψε για άλλα μέρη. Έφυγαν οι δικοί μας και την πήρανε μαζί τους. Μόνο που εγώ άργησα να το χαμπαρίσω».
Χάιδεψε τα μουστάκια του και έγειρε προς τα πίσω. το ύφος του έχασε την ένταση που έδειχνε όσο μιλούσε. Αυτά είχε να πει και γυρίζοντας απότομα από το ένα θέμα στο άλλο συμπλήρωσε:
«Ψύχρανε ο καιρός, όπου να 'ναι θα αρχίσουν οι βροχές και θα με πιάσουν πάλι οι πόνοι στα κόκαλα μου».
Κρατήθηκε από το μπαστούνι, σηκώθηκε με κόπο και ίσιωσε τη μέση του.
Ο Μεχμέτ έδειχνε αφηρημένος, ακόμη γυρνούσαν στο μυαλό του όσα είχε ακούσει.
«Πάρε τα κλειδιά και πήγαινε να ανοίξεις. Εγώ θα έρθω δίχως βιασύνη», είπε ο κυρ Μανόλης και του άπλωσε το χέρι με την αρμαθιά των κλειδιών του.
Ο Μεχμέτ κούνησε το κεφάλι, την πήρε βιαστικά κι έφυγε σχεδόν τρέχοντας για το μαγαζί τους. Δεν πρόσεξε ότι στον κρίκο της αρμαθιάς ήταν δεμένο σφιχτά με τρεις και τέσσερις στροφές το δαχτυλίδι του παππού του.
Στον δρόμο της επιστροφής ο κυρ Μανόλης συνάντησε έναν Τούρκο να κάθεται στην άκρη της αγοράς σταυροπόδι  και να πασχίζει να σιάξει τη λύρα του και τις χορδές της. Παραδίπλα έπαιζε μια μαϊμού δεμένη από τον λαιμό με σπάγκο, έκανε γκριμάτσες στους περαστικούς και συνέχεια ξυνόταν. Ο κυρ Μανόλης την πλησίασε, έσκυψε ελαφρά και τη ρώτησε:
«Μωρή, μπας κι είσαι κι εσύ κρητιτσιά;»
Και η μαϊμού του απάντησε:
«Όχι, εφέντη, εγώ είμαι Τουρκάλα».
800px-Ayvalik_seafront
Ο κυρ Μανόλης χαιρέτησε με ένα νεύμα τον οργανοπαίχτη και απομακρύνθηκε αργά για τον προορισμό του. Έφτασε στην αγορά, παρέκαμψε το μαγαζί του και κατέληξε στον αυλόγυρο του Αϊ-Γιάννη που τον είχαν μετατρέψει σε τζαμί. Έπλυνε τα πόδια του για να μην προκαλέσει, ακούμπησε δίπλα στην κρήνη το μπαστούνι και κατευθύνθηκε ξυπόλυτος με σιγουριά στο εσωτερικό της εκκλησίας όπου ήξερε κάθε της κατατόπι. Πήρε τη στενή σκάλα του καμπαναριού κι άρχισε αγκομαχώντας και με στάσεις να ανεβαίνει. Απόσωσε αναμαλλιασμένος. Λαχανιασμένος, με τον λαιμό στεγνό, τα γόνατα από την προσπάθεια να τρέμουν. Κοντοστάθηκε για να πάρει δυνάμεις και βγήκε προσεχτικά με μικρά βήματα στον στενό πρόβολο της κορυφής, που χρησίμευε σε αυτούς που φρόντιζαν το μεγάλο στρογγυλό ρολόι. Πιάστηκε από το κάγκελο και άπλωσε τη ματιά του πάνω από την πόλη, στη θάλασσα, στα Μοσχονήσια, στις γύρω πλαγιές, στους ελαιώνες και στα τσάμια. Κοίταξε στο τέλος τον μιναρέ που υψωνόταν πάνω από την κορυφή του καμπαναριού τους. Άνοιξε την αγκαλιά του για να χαιρετήσει ό,τι έπιανε η ματιά του,  μάζεψε μέσα της όσα είχαν χαθεί για πάντα. Σήκωσε ακόμη πιο ψηλά τα χέρια του, μισάνοιξε τα δάχτυλα και έμεινε έτσι όσο μπορούσε. Ακίνητος, βουβός, φάνταζε σαν ένα ουράνιο εξωτικό λουσμένο από το φως του ήλιου. Λες και περίμενε κάποια δύναμη να τον σηκώσει υψηλότερα από την ημισέληνο του μιναρέ η τους αγγέλους, τον ίδιο τον Μιχαήλ τον Ταξιάρχη να τον πιάσει κάτω από τις αμασχάλες και να τον ταξιδέψει στους δικούς του. Στην Ερατώ του και στον Γιάννη. Στους ζωντανούς και στους χαμένους. Έγειρε προς τα μπρος αργά κι αφέθηκε στο κενό, πέρασε σιωπηλά από το γλαυκό του ουρανού στο βαθύ παντοτινό σκοτάδι.

Ο Μεχμέτ έκλαψε, τον έκλαψε βουβά, όμως με πόνο, σαν να είχε χάσει με μιας όλη την οικογένεια του. Μια χούφτα χριστιανοί τον έθαψαν αδιάβαστο σε μια γωνιά των ερειπίων του Άγιου Σπυρίδωνα με άδεια που δόθηκε από τις Αρχές σε ανάμνηση του μοναδικού αξέχαστου καφέ του. Ακόμη και δυο Τούρκοι παρακολούθησαν από απόσταση τον αποχαιρετισμό στον πονηρό, στον πεισματάρη, στον ευγενικό γκιαούρη.
themelis1
Το βράδυ μαζεύτηκαν οι λίγοι χριστιανοί να συντροφέψουν τον Μεχμέτ, να κλάψουν πάλι τον μακαρίτη, να απορήσουν για το τραγικό ατύχημα του, όπως επαναλάμβανε ο κυρ Μιχάλης. Ο Μεχμέτ δεν αποκρινόταν, κοιτούσε πότε επίμονα, πότε αποξεχασμένος, τα άψυχα που τον περιστοίχιζαν. Η κυρα-Ευανθία έφτιαξε τους καφέδες, ο Ισμαήλ έψαξε διακριτικά για το μπουκάλι με την ρακή και γρήγορα παραιτήθηκε από την προσπάθεια του. Πήραν να εκθειάζουν τις αρετές και τα χαρίσματα του, να θυμούνται περιστατικά που τα επιβεβαίωναν, μετά  από λίγο να μιλούν δίχως θλίψη ή λόγια παρηγορητικά σαν να μην είχε φύγει.

Αμίλητος ο Ισμαήλ τους παρακολουθούσε από μια άκρη σκεφτικός. Κάποια στιγμή μονάχα ψιθύρισε, σαν να απηύθυνε ένα παράπονο στον Μεχμετ, που όπως καθόταν  σε απόσταση δεν θα μπορούσε να τον ακούσει:
Τόσο καλός άνθρωπος… και  όμως… κατά  βάθος δεν  μας αγαπούσε!»




Τίτλος: ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ
Συγγραφέας: Θεμελης Νικος
Εκδότης: ΚΕΔΡΟΣ
Έτος Έκδοσης: 2008
Αριθμός Σελίδων: 504
Εξώφυλλο: Μαλακό εξώφυλλο
Διαστάσεις:  21x14

logo-3d-small