Το Τίμημα της Ανισότητας.

TIMHMA-ANISOTHTAS 01Η ανισότητα των εισοδημάτων στον δυτικό κόσμο έχει γιγαντωθεί. Το 1% του πληθυσμού απολάμβανε το 65% της αύξησης των εισοδημάτων. Το ΑΕΠ των χωρών αυξανόταν, την ίδια ώρα που οι περισσότεροι άνθρωποι έβλεπαν τα εισοδήματά τους σταθερά ή να μειώνονται. Μια τέτοια ανισότητα, όμως, δεν είναι προαπαιτούμενο για την ανάπτυξη.

Στο νέο του βιβλίο, ο νομπελίστας J.E. Stiglitz αναλύει την καταστροφική επίδραση της ανισότητας στη λειτουργία του δημοκρατικού πολιτεύματος, της δικαιοσύνης, αλλά και της ίδιας της οικονομίας, και εξετάζει πώς συγκεκριμένες νομισματικές και δημοσιονομικές πολιτικές, μαζί με την παγκοσμιοποίηση, συνέβαλαν στη διόγκωσή της.

Με τη χαρακτηριστική ικανότητα εμβάθυνσης ο νομπελίστας J.E. Stiglitz διαγιγνώσκει το πρόβλημα με σαφήνεια, ενώ προσφέρει ένα πραγματοποιήσιμο όραμα για ένα πιο πλούσιο και ταυτόχρονα πιο δίκαιο μέλλον.

Αποσπάσματα από τον πρόλογο του βιβλίου.
Υπάρχουν κάποιες στιγμές στην Ιστορία όπου φαίνεται πως οι άνθρωποι σε όλο τον κόσμο ξεσηκώνονται, για να πουν ότι κάτι δεν πάει καλά, για να ζητήσουν αλλαγές. Αυτό συνέβη τα ταραχώδη έτη 1848 και 1968. Καθεμία απ’ αυτές τις ταραγμένες χρονιές σηματοδότησε την έναρξη μιας νέας εποχής. Το έτος 2011 ίσως αποδειχτεί μία ακόμη στιγμή σαν κι εκείνες.

Μια νεανική εξέγερση που ξεκίνησε από την Τυνησία, μια μικρή χώρα στα παράλια της Βόρειας Αφρικής, εξαπλώθηκε στην κοντινή Αίγυπτο, κι έπειτα σε άλλες χώρες της Μέσης Ανατολής. Σε κάποιες περιπτώσεις η σπίθα του ξεσηκωμού φάνηκε προς στιγμήν να κατασβήνεται. Σε άλλες, ωστόσο, μικρές εξεγέρσεις επέσπευσαν κατακλυσμιαίες κοινωνικές αλλαγές, ανατρέποντας εδραιωμένους δικτάτορες, όπως ο Χόσνι Μουμπάρακ της Αιγύπτου και ο Μουαμάρ Καντάφι της Λιβύης.

  «Του 1%, για το 1%, από το 1%»

Joseph E. Stiglitz

Τίτλος στο περιοδικό Vanity Fair

Σύντομα, ο κόσμος στην Ισπανία και την Ελλάδα, το Ηνωμένο Βασίλειο και τις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και σε άλλες χώρες ανά τον κόσμο, είχε τους δικούς του λόγους να βγει στους δρόμους.

Οι διαδηλωτές είχαν δίκιο ότι κάτι πήγαινε στραβά. Το χάσμα ανάμεσα στο τι υποτίθεται ότι κάνουν τα οικονομικά και πολιτικά μας συστήματα –στο τι μας έλεγαν ότι έκαναν– και στο τι πραγματικά κάνουν μεγάλωσε πάρα πολύ για να μπορούμε να το αγνοήσουμε. Οι ανά τον κόσμο κυβερνήσεις δεν αντιμετώπιζαν βασικά οικονομικά προβλήματα, συμπεριλαμβανομένης της επίμονης ανεργίας· και καθώς οι οικουμενικές αξίες του δικαίου θυσιάζονταν στην απληστία κάποιων λίγων, παρά τα βαρύγδουπα λόγια περί του αντιθέτου, το αίσθημα της αδικίας μετατράπηκε σε αίσθημα προδοσίας.

Ήταν κατανοητό να ξεσηκωθεί η νεολαία ενάντια στους δικτάτορες της Τυνησίας και της Αιγύπτου. Οι νέοι είχαν μπουχτίσει με τους γηραιούς αρτηριοσκληρωτικούς ηγέτες που προστάτευαν τα συμφέροντά τους σε βάρος της υπόλοιπης κοινωνίας.

Δεν είχαν ευκαιρίες να ζητήσουν αλλαγή μέσω δημοκρατικών διαδικασιών. Όμως και οι εκλογικές πολιτικές διαδικασίες είχαν αποτύχει στις δημοκρατίες της Δύσης. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Μπάρακ Ομπάμα, είχε υποσχεθεί «αλλαγή στην οποία μπορείτε να πιστέψετε», αλλά στη συνέχεια ακολούθησε οικονομική πολιτική που, για πολλούς Αμερικανούς, φάνταζε σαν μια απ’ τα ίδια.

Μήπως η αγορά διαβρώνει θεμελιώδεις αξίες;
Αν και αυτό το βιβλίο εστιάζει στην ισότητα και το δίκαιο, υπάρχει και άλλη μία θεμελιώδης αξία την οποία φαίνεται πως υπονομεύει το σύστημά μας – η αίσθηση της ίσης μεταχείρισης. Ένας στοιχειώδης κώδικας αξιών, λόγου χάρη, θα έπρεπε να έχει προκαλέσει αισθήματα ενοχής σε όσους ανακατεύτηκαν με τον ληστρικό δανεισμό, όσους χορήγησαν δάνεια σε φτωχούς που ανά πάσα στιγμή θα βαρούσαν κανόνι, ή όσους σχεδίαζαν τα «προγράμματα» που οδήγησαν σε υπέρμετρες χρεώσεις για υπεραναλήψεις, της τάξης των δισεκατομμυρίων δολαρίων.

Είναι αξιοσημείωτο ότι ελάχιστοι έδιναν –και ελάχιστοι εξακολουθούν να δίνουν– την εντύπωση ότι νιώθουν ενοχές, ενώ ελάχιστοι ήταν και όσοι κατήγγειλαν ατασθαλίες. Κάτι έχει πάθει ο κώδικας αξιών μας όταν ο σκοπός της αύξησης των κερδών αγιάζει τα μέσα, πράγμα που, στο πλαίσιο της κρίσης των δανείων μειωμένης εξασφάλισης στις ΗΠΑ, σήμαινε την εκμετάλλευση των πιο φτωχών και λιγότερο μορφωμένων ανάμεσά μας.

Τα περισσότερα απ’ όσα έχουν συμβεί μπορούν να περιγραφούν μόνο με τη φράση «ηθικό έλλειμμα». Κάτι κακό συνέβη στην ηθική πυξίδα πάρα πολλών από τους ανθρώπους που εργάζονται στον χρηματοπιστωτικό τομέα, αλλά και σε άλλους τομείς. Όταν τα πρότυπα μιας κοινωνίας αλλάζουν έτσι ώστε πάρα πολλοί άνθρωποι να χάνουν την ηθική πυξίδα τους, αυτό μας λέει κάτι σημαντικό για την ίδια την κοινωνία.

TIMHMA-ANISOTHTAS 02Απ’ ό,τι φαίνεται, ο καπιταλισμός άλλαξε τους ίδιους τους ανθρώπους που τύλιξε στα δίχτυα του. Οι λαμπρότεροι των λαμπρών, οι οποίοι πήγαν να εργαστούν στη Γουόλ Στριτ, ήταν σαν τους περισσότερους άλλους Αμερικανούς, με μόνη διαφορά ότι τα είχαν πάει καλύτερα στα σχολεία τους. Έβαλαν στο ψυγείο τα όνειρά τους ότι θα έκαναν μια ανακάλυψη που σώζει ζωές, ότι θα έχτιζαν μια νέα βιομηχανία, ότι θα βοηθούσαν τους φτωχότερους να γλιτώσουν απ’ τη φτώχεια τους, καθώς προσπαθούσαν να εξασφαλίσουν μισθούς που φάνταζαν αδιανόητοι, προσφέροντας συνήθως ως αντάλλαγμα εργασία που (ως προς τον αριθμό ωρών) φάνταζε εξίσου αδιανόητη.

Πολύ συχνά, όμως, στην πορεία συνέβαινε κάτι: τα όνειρα δεν έμπαιναν απλώς στο ψυγείο – λησμονούνταν εντελώς.

Δεν αποτελεί, λοιπόν, έκπληξη που ο κατάλογος των παραπόνων σε βάρος των μεγάλων επιχειρήσεων (και όχι μόνο των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων) είναι μακρύς και υπάρχει από παλιά. Οι καπνοβιομηχανίες, λόγου χάρη, έκαναν με ύπουλο τρόπο τα επικίνδυνα προϊόντα τους όλο και πιο εθιστικά, και ενώ προσπαθούσαν να πείσουν τους Αμερικανούς ότι δεν υπήρχαν «επιστημονικά στοιχεία» που να αποδεικνύουν την επικινδυνότητα των προϊόντων αυτών, τα αρχεία τους ήταν γεμάτα με αποδείξεις περί του αντιθέτου. Κατά παρόμοιο τρόπο η Exxon χρησιμοποίησε τα χρήματά της σε μια προσπάθεια να πείσει τους Αμερικανούς ότι τα στοιχεία που αποδείκνυαν ότι αυξάνεται η θερμοκρασία του πλανήτη ήταν ανεπαρκή, παρ’ όλο που η Εθνική Ακαδημία Επιστημών των ΗΠΑ είχε συνταχθεί με όλους τους άλλους εθνικούς φορείς που υποστήριζαν ότι τα στοιχεία ήταν επαρκέστατα. Και ενώ η οικονομία εξακολουθούσε να παραπαίει εξαιτίας των ατασθαλιών του χρηματοπιστωτικού τομέα, η πετρελαιοκηλίδα της BP κατέδειξε μια άλλη πτυχή της απερισκεψίας των μεγάλων επιχειρήσεων: η αδιαφορία που είχε επιδειχθεί σε ό,τι αφορούσε τις γεωτρήσεις είχε θέσει σε κίνδυνο το περιβάλλον και απείλησε τις θέσεις απασχόλησης χιλιάδων ανθρώπων που εξαρτούνταν από την αλιεία και τον τουρισμό στον Κόλπο του Μεξικού.

Αν οι αγορές είχαν πράγματι εκπληρώσει την υπόσχεσή τους να βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο των περισσότερων πολιτών, τότε ίσως να είχαν συγχωρεθεί όλα τα αμαρτήματα των μεγάλων επιχειρήσεων, όλες οι φαινόμενες κοινωνικές αδικίες, τα πλήγματα στο περιβάλλον, η εκμετάλλευση των φτωχών. Όμως για τους νεαρούς indignados και τους ανά τον κόσμο διαδηλωτές ο καπιταλισμός αδυνατεί να προσφέρει όσα είχε υποσχεθεί, προσφέρει, όμως, πράγματα που δεν είχε υποσχεθεί – ανισότητα, ρύπανση, ανεργία και, πράγμα σημαντικότερο απ’ όλα, ευτελισμό των αξιών μέχρι του σημείου τα πάντα να είναι αποδεκτά και ουδείς να είναι υπόλογος.


TIMHMA-ANISOTHTAS-striglitzΟ Joseph E. Stiglitz, που γεννήθηκε το 1943 στις Η.Π.Α., είναι καθηγητής οικονομικών στο πανεπιστήμιο Κολούμπια. Έχει κερδίσει το βραβείο Νόμπελ οικονομικών το 2001. Είναι πρώην αντιπρόεδρος και επικεφαλής οικονομολόγος της Παγκόσμιας Τράπεζας.
Είναι παγκοσμίως γνωστός για τις επικριτικές απόψεις του σχετικά με την διαχείριση της παγκοσμιοποίησης, εναντίον των υποστηρικτών της σχολής της πλήρους απελευθέρωσης της οικονομίας (τους οποίους αποκαλεί φονταμενταλιστές της ελεύθερης αγοράς) και εναντίων διεθνών οργανισμών όπως το Δ.Ν.Τ., η Παγκόσμια Τράπεζα κλπ.
Είναι ένας από τους πιο αναγνωρίσιμους οικονομολόγους διεθνώς, μέλος πολλών οργανώσεων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτικών επιστημών, και σύμβουλος πολλών κυβερνήσεων, ανάμεσα στις οποίες και η ελληνική.

Ο Joseph E. Stiglitz μιλάει για τον εαυτό του.
Σε αυτό το βιβλίο επανέρχομαι σε ένα αντικείμενο που με προσείλκυσε στη μελέτη των οικονομικών πριν από μισόν αιώνα. Αρχικά σπούδαζα φυσική στο Κολέγιο Άμχερστ. Λάτρευα την κομψότητα των μαθηματικών θεωριών που περιέγραφαν τον κόσμο μας.
Όμως η καρδιά μου ήταν αλλού, στην κοινωνικοοικονομική έκρηξη της εποχής, στο κίνημα για τα ανθρώπινα δικαιώματα στις Ηνωμένες Πολιτείες και στον αγώνα υπέρ της ανάπτυξης και ενάντια στην αποικιοκρατία στον τότε ονομαζόμενο Τρίτο Κόσμο.
Αυτή η λαχτάρα είχε εν μέρει τις ρίζες της στις εμπειρίες που αποκόμισα μεγαλώνοντας στον πυρήνα της βιομηχανικής Αμερικής, στο Γκάρι της Ιντιάνα. Εκεί γνώρισα από πρώτο χέρι την ανισότητα, τις διακρίσεις, την ανεργία και τις υφέσεις. Σε ηλικία δέκα ετών αναρωτήθηκα γιατί άραγε η καλοσυνάτη γυναίκα που με φρόντιζε σχεδόν όλη μέρα δεν είχε προχωρήσει πέρα από την έκτη δημοτικού σε μια χώρα που φαινόταν τόσο πλούσια, καθώς και γιατί φρόντιζε εμένα αντί να φροντίζει τα παιδιά της.
Σε μια εποχή κατά την οποία οι περισσότεροι Αμερικανοί θεωρούσαν τα οικονομικά ως την επιστήμη του χρήματος, εγώ ήταν μάλλον απίθανο, από κάποιες απόψεις, να θέσω υποψηφιότητα για οικονομολόγος. Η οικογένειά μου ήταν πολιτικοποιημένη, και μου έλεγαν ότι το χρήμα δεν είχε σημασία, ότι η ευτυχία είναι αδύνατον να αγοραστεί με χρήμα, ότι εκείνο που μετρούσε ήταν η προσφορά μας στους άλλους και η πνευματική ζωή. Στην ταραγμένη δεκαετία του 1960, όμως, καθώς ερχόμουν σε επαφή με νέες ιδέες στο Άμχερστ, διαπίστωνα ότι τα οικονομικά ήταν κάτι πολύ παραπάνω από την απλή μελέτη του χρήματος: στην πραγματικότητα ήταν μια μορφή έρευνας που μπορούσε να εστιάσει στα θεμελιώδη αίτια της αδικίας, και στην οποία μπορούσα να αφιερώσω με αποτελεσματικό τρόπο την κλίση μου στις μαθηματικές θεωρίες.
Το βασικό αντικείμενο της διδακτορικής μου διατριβής στο ΜΙΤ ήταν η ανισότητα,
η διαχρονική εξέλιξή της και οι επιπτώσεις της στη συμπεριφορά των μακροοικονομικών μεγεθών, και ιδίως στην οικονομική μεγέθυνση. Πήρα κάποιες από τις συνηθισμένες παραδοχές (του λεγόμενου νεοκλασικού μοντέλου) και απέδειξα ότι με βάση αυτές τις παραδοχές θα έπρεπε τα άτομα να συγκλίνουν προς την ισότητα.20 Ήταν ξεκάθαρο ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με το κοινώς αποδεκτό μοντέλο, όπως ακριβώς ήταν ξεκάθαρο μέσα μου, έχοντας μεγαλώσει στο Γκάρι, ότι κάτι δεν πήγαινε καλά με ένα κοινώς αποδεκτό μοντέλο που έλεγε ότι η οικονομία ήταν αποδοτική και δεν υπήρχαν ούτε ανεργία ούτε διακρίσεις. Συνειδητοποιώντας ότι το κοινώς αποδεκτό μοντέλο δεν περιέγραφε καλά τον κόσμο στο οποίο ζούσαμε, ξεκίνησα την αναζήτηση εναλλακτικών μοντέλων, όπου οι ατέλειες της αγοράς, και ιδίως οι ατέλειες της πληροφόρησης και η «ανορθολογικότητα» θα έπαιζαν πολύ σημαντικό ρόλο.
Η ειρωνεία είναι ότι καθώς οι ιδέες αυτές αναπτύσσονταν και αποκτούσαν έδαφος σε κάποια τμήματα του κλάδου των οικονομικών, η αντίθετη άποψη –ότι δηλαδή οι αγορές λειτουργούσαν καλά, ή θα λειτουργούσαν καλά αν το κράτος σταματούσε να παρεμβαίνει– απέκτησε κύρος σε μεγάλο μέρος του δημόσιου διαλόγου. Αυτό το βιβλίο, όπως και πολλά από όσα προηγήθηκαν, είναι μια προσπάθεια να ξεκαθαρίσω τα πράγματα.

 

Τίτλος: Το τίμημα της ανισότητας
Υπότιτλος: Πώς η διχασμένη κοινωνία του σήμερα θέτει σε κίνδυνο το μέλλον όλων μας
Συγγραφέας: Joseph E. Stiglitz
Μετάφραση: Νίκος Ρούσσος
Εκδόσεις: Εκδόσεις Παπαδόπουλος

logo-3d-small